Κυριακή 11 Μαΐου 2025

 


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ

Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Κύριός μας δεν καθυστερεί τη θεραπεία με περαιτέρω συζήτηση. Ο άνδρας δεν Τον γνωρίζει καθόλου, γι’ αυτό και δεν του ζητά την πίστη του, παρά μόνο την υπακοή του. Του ζητά μόνο να κάνει κάτι. Ξέρει ότι θα τον συναντήσει πάλι σε λίγο. Ο άνδρας υπακούει. Σηκώνει το κρεβάτι του και περπατάει.

Ο Χριστός ανοίγει μπροστά μας ένα μονοπάτι. Πρέπει να το περπατήσουμε. Ακόμη περισσότερο, πρέπει να θελήσουμε να πιστέψουμε ότι το μονοπάτι είναι ανοιχτό και ότι έχουμε τη δύναμη να το περπατήσουμε. Το δώρο του Θεού γλιστράει μέσα στην ελεύθερη επιλογή του ανθρώπου. Είναι απαραίτητο να ακολουθούμε τον δρόμο που ανοίγει η προπορευόμενη δύναμή Του μα δική μας προσπάθεια. Εάν αρνηθούμε, καταστρέφουμε το δώρο. Η θεραπεία Του δεν αρμόζει σε όσους επιλέγουν να είναι ανάπηροι. Πρέπει να θέλουν να γίνουν υγιείς, ακόμη κι αν αυτό απαιτεί να κουβαλήσουν το κρεβάτι τους και να περπατήσουν. Κάποιοι παραμένουν στο κρεβάτι, παρότι έχουν αρκετή δύναμη για να σηκωθούν και να περπατήσουν. Σε αυτούς υπάρχει έγνοια για τον εαυτό τους και μια αυτολύπηση, μια οκνηρία και μια ψευδής αίσθηση ανικανότητας, που αρρωσταίνουν το σώμα όσο και τον νου, ενώ παράλληλα καταρρακώνουν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου και απομακρύνουν την συμπάθεια των άλλων. Ποιος χρειάζεται τα θαύματα περισσότερο από τους ανάπηρους; Κι όμως, κάποιοι ανάπηροι δεν είναι για να γιατρευτούν, ακριβώς επειδή δεν θα θεραπευθούν. Δεν θα απλώσουν το χέρι τους, δεν θα σηκωθούν, δεν θα περπατήσουν, και το σημαντικότερο, δεν θα εργαστούν. Ωστόσο, η μόνη γιατρειά για την ασθένειά τους ίσως είναι η εργασία που τόσο απεχθάνονται, ή, εάν όχι η γιατρειά, τουλάχιστον η καλύτερη δυνατή βελτίωση. Ο μόχθος της εργασίας δεν είναι καθεαυτόν κάτι κακό, όπως η ασθένεια συχνά είναι ένα θεϊκό και μακάριο γιατρικό. Ούτε βέβαια ισχύει ότι η εργασία είναι μόνο για αυτούς που πρέπει να το κάνουν για να επιβιώσουν. Κανένας πλούτος, όσο μεγάλος κι αν είναι, δεν απαλλάσσει κάποιον από την υποχρέωση της εργασίας -και μάλιστα μέσα σε έναν κόσμο του οποίου ο Θεός εργάζεται διαρκώς. Αυτός που δεν εργάζεται, δεν έχει ακόμη ανακαλύψει για ποιο πράγμα τον έφτιαξε ο Θεός και αποτελεί παραφωνία μέσα στην ορχήστρα του σύμπαντος. Η κατοχή πλούτου είναι σαν μια προπληρωμή για ένα καθήκον τιμής :να κάνει κανείς αγαθά έργα ανάλογα του πλούτου του. Αυτός που δεν ξέρει τι να κάνει, δεν αναρωτήθηκε ποτέ σοβαρά τι οφείλει να κάνει.

Υπάρχει και μια κατηγορία ανθρώπων που, ενώ είναι το εντελώς αντίθετο από αυτούς, σφάλλουν κατά παρόμοιο τρόπο, και έτσι έρχονται στο ίδιο σημείο, όπως τα άκρα που συναντώνται. Αυτοί οι άνθρωποι δεν μπορούν να θεραπευθούν, γιατί δεν αποκτούν ποτέ την ηρεμία μέσα στην οποία ο Θεός δίνει τα δώρα του σε αυτούς που αγαπά. Κάποιες αρρώστιες θεραπεύονται με ηρεμία και ανάπαυση, άλλες με εργασία.

Ο σωστός τρόπος είναι το παν. Χρειάζεται, λοιπόν, να αντιμετωπίσει κανείς την αρρώστια όπως θα την αντιμετώπιζε ο Θεός, να παραδίνεται ή να αντιστέκεται σύμφωνα με τις συνθήκες της θεραπείας. Οτιδήποτε δεν είναι πίστη, είναι αμαρτία. Αυτός που δεν πηγαίνει στην καναπέ του να αναπαυθεί εμπιστευόμενος τον Κύριο, είναι το ίδιο αξιοκατάκριτος με αυτόν που δεν σηκώνεται να πάει στην δουλειά του.

George MacDonald, Τα θαύματα του Χριστού, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΩΝΑΣ

Παρασκευή 18 Απριλίου 2025

 


Κάπου μέσα στην ψυχή μας παραμένει ένα ερώτημα. Τί νά σημαίνουν όλα αυτά; Τί σημαίνει νά γιορτάζεις τὀ Πάσχα σ΄έναν κόσμο γεμάτο βάσανα, μίσος, κοινοτοπία και πόλεμο; Τί σημαίνει να ψάλλεις “θανάτῳ θάνατον πατήσας” και να ακούς πώς “νεκρός οὐδείς έν τῷ μνήματι”, ὅταν ὁ θάνατος, ἀδιαφορώντας για την καθημερινή μας βιασύνη, παραμένει άκόμη ἡ μόνη ἀπόλυτη ἐπίγεια βεβεαιότητα ; Εἶναι δυνατό τὀ Πάσχα, αὐτή ἡ φεγγοβόλα και θριαμβική νύχτα, νά εἶναι ἁπλῶς μιά στιγμιαία ἀπόδραση άπό την πραγματικότητα, ἕνα πνευματικό μεθύσι, μετά το ὁποῖο θά ἐπιστρέψει, ἀργά ἤ γρήγορα ἡ ἴδια ρουτίνα, ἡ ἴδια γκρίζα πραγματικότητα, τό ἴδιο ἀνελέητο “’αντίστροφο μέτρημα” ἡμερῶν, μηνῶν, ἐτῶν, ἴδιος ἐγῶνας πρός τον θάνατο καί τήν ανυπαρξία; Στό κάτω τῆς γραφῆς, τόσο καιρό μᾶς ἔλεγαν πώς ἠ θρησκεία εἶναι αὐταπάτη καί ὄπιο, μιά εφεύρεση πού βοηθᾶ τόν ἄνθρωπο νά ἀντιμετωπίσει τή σκληρή του μοίρα, μιά διαρκῶς διαλυόμενη χίμαιρα. Δέν θά ἦταν πιό γενναῖο, πιό συνεπές γιά τήν ἀξιοπρέπεια τοῦ ἀνθρώπου, νά ἀποκηρύξει αὐτή τή χίμαιρα και να κοιτάξει κατά πρόσωπο τήν ἁπλή καί σοβαρή πραγματικότητα ;Ποιά εῖναι ἡ ἀπάντηση σ’ ὅλα αὐτά ;

Νομίζω πώς μιά πρώτη δοκιμαστική ἀπάπντηση θά ἦταν ἡ ἐξῆς : δέν εἶναι δυνατό ὅλα αὐτά νά εἶναι μιά ἐπινόηση ! Δέν εἶναι έκριβῶς δυνατό τόση πίστη, τόση χαρά, τόσο φῶς πάνω ἀπό δύο χιλιάδες σχεδόν χρόνια νά εἶναι μόνο μιά ἀπόδραση και μιά χίμαιρα. Μπορεῖ μιά χίμαιρα νά ἀντέξει αίῶνες; Τό ἐπιχείρημα αὐτό διαθέτει κάποιο βάρος ἀλλά δέν εἶναι καί τελείως πειστικό, καί πρέπει νά ποῦμε καθαρά πώς δέν ὐπάρχει καμιά ἀπόλυτα πειστική ἀπάντηση, μιά ἀπάντηση ὀλοκληρωτικά δεκτή καί δημοσιεύσιμη ὡς ἐπιστημονική ἐξήγηση τῆς πασχάλιας πίστης. Ἐδῶ ὁ κάθε ἄνθρωπος μπορεῖ να καταθέσει τή δική του προσωπική καί ζωντανή ἐμπειρία καί νά μιλήσει για τον ἑαυτό του. Μέσα στή ζωντανή καί προσωπική ἐμπειρία βρίσκεις ξαφνικά τό θεμέλιο ὅλων αὐτῶν, ἀνακαλύπτεις αύτό πού φώτιζε τό κάθετι μ’ ἔνα τόσο εκτυφλωτικό φῶς, πού διαλύει πράγματι τίς ἀμφιβολίες ὅπως τό κερί λιώνει μπροστά στη φωτιά.

Ποιά ἐμπειρία ὅμως; Δέν μπορῶ νά τήν περιγράψω ἤ νά τήν ὁρίσω διαφορετικά ἀπ’ ὅ,τι ὡς ἐμπειρία τοῦ ζῶντος Χριστοῦ. Ἠ πίστη μου στό Χριστό δέν προέρχεται ἀπό τήν εὐκαιρία πού μοῦ δόθηκε να συμμετέχω ἀπό τήν παιδική μου ἡλικία στόν πασχάλιο ἑορτασμό. Ὡστόσο, τό Πάσχα γίνεται δυνατό, αὐτή ἡ μοναδική νύχτα γεμίζει μέ φῶς καί χαρά καί μέ μιά τέτοια νικητήρια δύναμη στο χαιρετισμό, “Χριστός Ἀνέστη, Ἀληθῶς Ἀνέστη !” ἐπειδή ἡ ἴδια ἡ πίστη μου γεννήθηκε ἀπό τήν ἐμπειρία τοῦ ζῶντος Χριστοῦ. Πῶς καί πότε γεννήθηκε; Δέ γνωρίζω, δέ θυμοῦμαι…

Alexander Schmemann



Παρασκευή 21 Μαρτίου 2025

 




Γ΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ  (Σταυροπροσκυνήσεως) 

Με τις διευκρινιστικές επισημάνσεις Του, στο απόσπασμα από το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο που διαβάσαμε (κεφ. 8,34-38 & 9,1) και αφορούσαν το πελώριο θέμα του δικού Του Σταυρού και των δικών μας σταυρών, διαβεβαίωνε τους ακροατές του ότι υπάρχουν άνθρωποι μπροστά του που τον ακούν, οι οποίοι δεν θα πεθάνουν πριν δουν τη Βασιλεία του Θεού !  Τί άραγε να σημαίνει αυτό;

Μήπως θέλει να επισημάνει ότι ο άνθρωπος τότε μόνο “δεν θα πεθάνει” , όταν παραδώσει τον εαυτό του στον εκούσιο θάνατο της σταύρωσης των ψυχικών και σωματικών του επιθυμιών; Όταν γοητευθεί από την αυτοθυσιαστική διδασκαλία του Χριστού, σηκώσει και αυτός τον σταυρό του και ακολουθήσει τον Χριστό; Προς τα πού να τον ακολουθήσει; Προς τον Γολγοθά της προσωπικής του πορείας ο καθένας μας…

Η αγάπη του Χριστού, που αποκαλύπτεται στον θάνατό Του, ασκεί γοητεία στις ανθρώπινες καρδιές. Αυτή η αγάπη του Χριστού κάνει  "αυτούς που έχυσαν το αίμα του Χριστού"  να… το πίνουν με αγάπη, στην Ευχαριστία.  Η θυσιαστική πρόσβαση στην Ευχαριστία -πρέπει να αγαπώ, ακόμα και τους εχθρούς μου, να μην παραδίδομαι σε ψυχοσωματικές εγωιστικές εξαρτήσεις- είναι απαραίτητος όρος για να προσοικειωθώ αυτό το “ἀντίδοτον τοῦ μή ἀποθανεῖν”, το Σώμα Του και το αίμα Του.


π. ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ ΜΑΤΡΖΟΥΧΟΣ, “αν ο σπόρος δεν πεθάνει…” Εκδόσεις Ἐν πλῷ

Σάββατο 8 Μαρτίου 2025

 



Κυριακή της Ορθοδοξίας




Σήμερα είναι η πρώτη Κυριακή των Νηστειών και έχει φόρτιση ιδιαίτερη το γεγονός ότι ονομάζεται Κυριακή της Ορθοδοξίας και γιορτάζουμε την αναστήλωση των εικόνων. Όταν αυτά κανείς τα βλέπει στις σελίδες μιας ιστορίας, τα φαντάζεται σαν μια υπόθεση η οποία απέχει από εμένα από σας, από τους σημερινούς, 1.300 χρόνια και συνεπώς μια υπόθεση η οποία είναι αφορμή για να απασχολούνται οι ιστορικοί.

Προφανώς είναι και ένα ιστορικό γεγονός, αλλά εκείνο το οποίο γιορτάζουμε εμείς σήμερα είναι το γεγονός ότι μπορέσαμε ως Εκκλησία να δεχτούμε ότι στην προσευχή επιτρέπεται η χρήση αγαλμάτων και εικόνων. Διότι είχε μπει η Εκκλησία σε μια σύγχυση σχετικά με αυτό το θέμα. Κάποιοι είχαν μια αντίληψη εντελώς, θα λέγαμε, άυλη για το Θεό, θεωρούσαν ότι η προσκύνηση των εικόνων και των αγαλμάτων είναι ειδωλολατρία και δεν πρέπει να τα χρησιμοποιούμε στη λατρεία μας.

Η Εκκλησία έλεγε -η τοποθέτηση η σωστή, η Ορθόδοξη, η υγιής- ότι ο Χριστός έγινε άνθρωπος, και από τη στιγμή που έγινε άνθρωπος και ανέλαβε όλα τα ανθρώπινα, και παράστασή του σε εικόνα ή σε άγαλμα δεν απάδει, γιατί εμείς ξέρουμε ότι όταν προσκυνούμε μια εικόνα ή ένα άγαλμα η προσκύνηση αφορά το πρωτότυπο, όχι τη φωτογραφία. Με την ίδια λογική και με τα σημερινά δεδομένα θα λέγαμε ότι ένας άνθρωπος, όταν βλέπει σε μια φωτογραφία το γιό του, τη γυναίκα του, τον άνδρα της, αναλόγως ξέρει σαφώς ότι αυτό είναι φωτογραφία του γιου, της γυναίκας, του άνδρα της. Δεν είναι κάποιος άνθρωπος που να μπερδεύει τόσο χοντρά τα πράγματα ώστε να νομίζει ότι αυτό είναι ο γιος μου, αυτή είναι η γυναίκα μου, αυτός είναι ο άντρας μου.

Αυτό το μπέρδεμα ταλαιπώρησε την Εκκλησία εκατό και πλέον χρόνια και εμείς γιορτάζουμε σήμερα το γεγονός. Ποιο; Αυτό το περιστατικό; Όχι τόσο αυτό, αλλά το γεγονός ότι στην αξιολόγηση της σχέσης του ανθρώπου με τον Θεό σημασία δεν έχει απλώς μια προσωπική άποψη, τι νομίζουμε εμείς δηλαδή ή ποια αντίληψη έχουμε για τον Θεό ως ανώτερη δύναμη ή οτιδήποτε. Ζητούμενο είναι να έχουμε σωστή αντίληψη για τον Θεό με την ίδια λογική που η σωστή αντίληψη των ιατρικών θεμάτων θεραπεύει τους αρρώστους. Κομπογιαννιτισμοί, ιστορίες από το παρελθόν μπορούν να υπάρχουν ακόμα, αλλά εκείνο που ισχύει και λειτουργεί είναι η ιατρική, η αληθής και υγιής άποψη για να θεραπευθεί κανείς.

Αυτό γιορτάζει η Εκκλησία σήμερα’ ότι για τον Θεό πρέπει να έχουμε όχι την άποψή μας, αλλά τη σωστή αντίληψη και τη σωστή σχέση με τον Θεό που έχει η Εκκλησία του Χριστού, η οποία στηρίζεται πάνω στη διδασκαλία των Αποστόλων και στα αίματα των Μαρτύρων….


π. ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ ΜΑΡΤΖΟΥΧΟΣ “ Αν ο σπόρος δεν πεθάνει…” εκδόσεις ‘Εν πλῷ


Σάββατο 1 Μαρτίου 2025

 


Μή ἀποστρέψης τό πρόσωπό σου

ἀπό τοῦ παιδός σου, ὅτι θλίβομαι΄

ταχύ ἐπάκουσόν μου’ πρόσχες

τῇ ψυχῇ μου, καὶ λύτρωσαι αυτήν.


Ακούστε τη θαυμάσια μελωδία του στίχου τούτου, αυτή την κραυγή που ξαφνικά γεμίζει την εκκλησία “...ότι θλίβομαι!” - και θα καταλάβετε το σημείο από το οποίο ξεκινάει η Μεγάλη Σαρακοστή : το μυστηριώδες μίγμα της ελπίδας με την απογοήτευση, του φωτός με το σκοτάδι. Η όλη προετοιμασία έφτασε πια στο τέλος. Στέκομαι μπροστά στο Θεό, μπροστά στη δόξα και στην ομορφιά της Βασιλείας Του. Συνειδητοποιώ ότι ανήκω σ’ αυτή, ότι δεν έχω άλλη κατοικία, ούτε άλλη χαρά, ούτε άλλο σκοπό. Συναισθάνομαι ακόμα ότι είμαι εξόριστος από αυτή μέσα στο σκοτάδι και στη λύπη της αμαρτίας γι’ αυτό “θλίβομαι” ! Τελικά παραδέχομαι ότι μόνο ο Θεός μπορεί να με βοηθήσει σ’ αυτή τη θλίψη, ότι μόνον σ’ Αυτόν μπορώ να πω “πρόσχες τῇ ψυχῇ μου”. Μετάνοια πάνω απ΄ όλα, είναι το απελπισμένο κάλεσμα για τη θεία βοήθεια.

Alexander Schmemann “GREAT LENT, Journey to Pascha”


Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2025


 

Συνάντησι νεώτερου υἱοῦ μέ τόν Πατέρα


Πρίν φτάση στό σπίτι, ὁ πατέρας τόν βλέπει καί τρέχει. Χωρίς νά τοῦ πῆ τίποτε, πέφτει ὁλόκληρος στὀν τράχηλό του, τόν αγκαλιάζει καί τόν καταφιλεῖ.

Ἤδη ὁ γιὀς κατάλαβε, πῆρε τήν ἀπάντησι: ὁ πατέρας ἄκουσε τήν ἐξομολόγησι, τήν ξέρει πρίν τοῦ τήν πῆ. Βλέπει τόν γιὀ του πρίν γυρίση. Ἦταν μαζί του, χωρίς νά τόν βλέπη ὁ γιός. Αὐτός πού ἀγαπᾶ μέ τήν τέλεια ἀγάπη “ἀπών ὡς παρών συναναστρέφεται, μή ὁρώμενος ὑπό τινος” ( Ἀββᾶς Ἰσαάκ, λόγος κδ’).

Ὁ γιός ὅμως ἀρχίζει τήν ἐξoμολόγησι’ λέγεται μόνη της, βγαίνει ἀπό τήν καρδιά του, πρέπει νὰ ἐξωτερικευθῆ. Εἶναι μιά ἀνάσα πού πρέπει νά βγῆ ἀπό τά σπλάχνα του, γιά νά ἐλευθερωθῆ. Τήν λέει ὅπως ἀκριβῶς γεννήθηκε μέσα του, ἀλλά δέν τήν τελειώνει. Ἀναφέρει τό ἁμάρτημα, τό ἔγκλημά του, καί σταματᾶ. Δέν τολμᾶ νά συμπληρώσε τή φράσι ’νά ζητήση να γίνη δοῦλος τοῦ πατέρα. Τά χάνει μέ τόν χείμαρρο τῆς ἀγάπης ποὺ τόν παρασύρει, τόν διαλύει’ καί δέν μπορεῖ νά κάνει σ’ Ἀυτήν ὑποδείξεις. Ὁμολογεῖ τό ἔγκλημά του καί σιωπᾶ.

Τόν λόγο παίρνει ὁ πατέρας, πού μέ τόν ἴδιο τρόπο μιλᾶ ξεκάθαρα ἐν σιωπῇ: Δέν λέει τίποτε στό παιδί του γιά τόν ἑαυτό του’ οὔτε ἄν πόνεσε οὐτε πόσο πόνεσε, ὅταν ἔφυγε’ οὔτε πόσο χαίρετai ἤ ἄν χαίρεται, τώρα πού γύρισε. Αὐτά δέν λέγονται’ διαγράφονται ὅλα ὡς περιττά. Δέν μπορεῖ νά μιλήση σ’ αὐτόν τὀν γιό πού εἶναι ἄξιος τῆς σιγῆς, τῆς ἄφατης πατρικῆς του ἀγάπης. Πῶς να ἀρθρώση τά ἄρρητα ἤ πῶς νά μειώση τήν ἐνάργεια ὅσων λέγονται έν σιγῇ;

Στό γιό δέν λέει τίποτε. Ἡ μυσταγωγία τῆς σχέσώς τους ἱερουργεῖται σέ χῶρο βαθιᾶς σιωπῆς...


Ἀρχιμ. Βασιλείου, “Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ”, Ι.Μ. ΙΒΗΡΩΝ 2003

Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2025

 


Όταν ο άνθρωπος στρέφει το πρόσωπό του προς τον Πατέρα και στέκεται μόνος ενώπιoν του δημιουργού του κι μοναδικής προϋπόθεσης της ζωής του, τις στιγμές που κατορθώνει την υψηλότερη πνευματική όραση και συνειδητοποιεί καθαρά ποιος είναι ο προορισμός του, τότε που βρίσκεται μέσα στο ενδόμυχο δωμάτιο της λατρείας του προς τον Πατέρα, παρότι με οδύνη αντιλαμβάνεται πόσο διαφορετικός είναι από όλους όσους αγαπά πολύ, ταυτόχρονα νιώθει πολύ πιο κοντά με καθέναν από αυτούς, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι όταν τούς βλέπει με τα μάτια του ή όταν προσπαθεί να επικοινωνήσει μαζί τους με συμπόνια και ενσυναίσθηση. Η ανθρώπινη ψυχή, που έχει πολλά όργανα και τρόπους για να εκφραστεί και να επικοινωνήσει με τον άλλον άνθρωπο, συχνά νιώθει σαν φυλακισμένο μέσα σε κλουβί πουλί που έχει χάσει το κελάηδισμά του. Ακόμα και με όλα τα όργανά της σε πλήρη λειτουργία και απόδοση, η ανθρώπινη ψυχή δεν μπορεί να πλησιάσει τον συνάνθρωπο τόσο, όσο το καταφέρνει όταν προσεύχεται προς τον Πατέρα σε ένα ερημικό μέρος μακριά από τους ανθρώπους. Ο άνθρωπος που προσεύχεται, ανάλογα με την καθαρότητα της προσευχής του, γίνεται μια πνευματική δύναμη, ένα νεύρο που ξεκινά από τον θείο εγκέφαλο, μέσω του οποίου η δύναμη του Θεού έρχεται ξανά προς τους συνανθρώπους του. Ανακατανέμει τη θεία ευλογία, όχι με βάση το δικό του θέλημα –αυτό είναι ο βόρβορος της διαμεσολάβησης που παρέχουν οι κληρικοί- αλλά ως αδελφός με ανιδιοτέλεια και αγάπη για τον Θεό, υιοθετώντας μια στάση απέναντι στους ανθρώπους παρόμοια με αυτήν του Χριστού. Όταν ο άνθρωπος προσεύχεται για τον πλησίον, για τη σύζυγο, τον αδελφό ή τον φίλο του, ο σύνδεσμος που δημιουργείται μεταξύ τους είναι τόσο στενός εν Θεώ, που η ευλογία που ζητείται ίσως να φτάσει άνωθεν προτού καλά-καλά ολοκληρωθεί η προσευχή. Έτσι, ο άνθρωπος που προσεύχεται για τους άλλους γίνεται, σε πολύ μικρότερη κλίμακα, όπως ο κύριός του, ο Ιησούς Χριστός ο Δίκαιος, συνήγορος των ανθρώπων ενώπιον του Πατέρα. Φέρνει τον φίλο του ενώπιον του Θεού, ή τουλάχιστον πολύ κοντά, έτσι ώστε να επικοινωνήσει με τον Θεό έστω και έμμεσα.


George MacDonald,Τα θαύματα του Χριστού, “The Miracles of our Lord” Strahan & Co. London 1870, Εκδόσεις ΙΩΝΑΣ