Σάββατο 30 Μαρτίου 2024

 

       


Το εδραιωμένο και αναμφισβήτητο γεγονός είναι ότι στην πρώτη Εκκλησία η Θεία Κοινωνία ήταν ένας αυτονόητος κανόνας για όλους τους πιστούς  σε κάθε θεία Λειτουργία.  Εκείνο που πρέπει δε να τονιστεί ιδιαίτερα είναι ότι αυτή την «
ἐν σώματι» και τακτική Θεία Κοινωνία δεν την καταλάβαιναν ούτε τη βίωναν μόνο σαν μια πράξη προσωπικής ευσέβειας και εξαγιασμού αλλά, πάνω απ’ όλα, σαν μια πράξη που προέρχεται από το γεγονός  ότι ο καθένας είναι μέλος της Εκκλησίας, δηλαδή σαν μια ολοκλήρωση, μια πραγματοποίηση αυτής της ιδιότητας του μέλους. Η Θεία Μετάληψη ονομαζόταν αλλά και βιωνόταν σαν το Μυστήριο της Εκκλησίας, το Μυστήριο της «ἐπί τῷ αὐτῷ συνάξεως», το Μυστήριο της ενότητας. «’Αναμείχτηκε με μᾶς», γράφει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «καὶ εξαφάνισε  το Σῶμα Του μέσα μας ἔτσι ὥστε ἐμεῖς νὰ μπορέσουμε νὰ ἀποτελέσουμε μιά ὁλότητα καὶ νὰ γίνουμε ἔνα σῶμα ἐνωμένο μὲ τήν Κεφαλή». Πραγματικά στην πρώτη Εκκλησία δεν δέχονταν κανένα άλλο δείγμα ή κριτήριο ότι κάποιος  είναι μέλος της Εκκλησίας παρά μόνο τη συμμετοχή του στη θεία Μετάληψη : «ἧταν ἀπ’ ὅλους ἀποδεχτό ὅτι ὄταν κάποιος δεν κοινωνοῦσε για μερικές ἐβδομάδες ἀναθεματιζόταν, αφοριζόταν ἀπό το Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας». Η Θεία Μετάληψη του Σώματος και του Αίματος του Χριστού ήταν η αυτονόητη ολοκλήρωση του Βαπτίσματος και του Χρίσματος και δεν χρειαζόταν άλλες προϋποθέσεις για να κοινωνήσει κανείς (Βλέπε ευχή του μύρου: Αὐτός οὖν, Δέσποτα παμβασιλεῦ, εὔσπλαχνε, χάρισαι αὐτῷ (τόν νεοβαπτισθέντα) καί τήν σφραγίδα τῆς δωρεᾶς τοῦ  ἀγίου καί παντοδυνάμου και προσκυνητοῦ σου Πνεύματος, καί τήν μετάληψιν τοῦ ἁγίου Σώματος καί τοῦ τιμίου Αἵματος τοῦ Χριστοῦ σου…». Όλα δηλαδή τα άλλα μυστήρια έπικυρώνονται με τη συμμετοχή στη Θεία Μετάληψη.  Τόσο καταφανής ήταν η σχέση αυτή μεταξύ της ιδιότητας του μέλους της Εκκλησίας και της Θείας Κοινωνίας ώστε σ ’ένα παλιό  λειτουργικό κείμενο βρίσκουμε την απόλυση, πριν από τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων, αυτών που «δέν μποροῦσαν νά πάρουν μέρος στη Θεία Κοινωνία». Θα πρέπει εδώ να διευκρινιστεί ότι όσο και αν αργότερα έγινε σκοτεινή και περίπλοκη αυτή η πρωταρχική αντίληψη της θείας Κοινωνίας δεν έχει ποτέ απορριφτεί εντελώς και παραμένει πάντοτε ο ουσιαστικός κανόνας της εκκλησιαστικής παράδοσης.

       Θα πρέπει, λοιπόν, κανείς να ρωτήσει όχι για τούτο τον κανόνα αλλά για το τί έγινε αργότερα.  Γιατί τον ξεχάσαμε τόσο ώστε και μια απλή και μόνο αναφορά για πιο συχνή (για να μη μιλάμε για τακτική) Θεία Κοινωνία να φαίνεται σε πολλούς (και ειδικά στον κλήρο) μια πρωτάκουστη κίνηση καινοτομίας που, κατά τη γνώμη τους, καταστρέφει τα θεμέλια της Εκκλησίας. Πως είναι δυνατόν, για αιώνες, οι εννέα στις δέκα Θείες Λειτουργίες να είναι χωρίς κοινωνούς (ανθρώπους που να κοινωνούν) ; Γιατί  αυτό, ένα απίστευτο γεγονός, δεν προκαλεί ούτε κατάπληξη, ούτε τρόμο, ενώ η επιθυμία για πιο συχνή Θεία Κοινωνία ξεσηκώνει το φόβο, την αντίθεση, την αντίδραση. Πώς μπορεί το παράξενο δόγμα της «ἄπαξ τοῦ ἔτους»  θείας Κοινωνίας να εμφανίζεται στην Εκκλησία και να θεωρείται σαν «κανόνας» και κάθε παρέκκλιση απ’ αυτόν να μην είναι μια εξαίρεση ; Πώς με άλλα λόγια, συνέβηκε να καταλαβαίνουμε τη Θεία Κοινωνία τόσο ατομικιστικά, τόσο ξεκομένα από το δόγμα της Εκκλησίας σαν Σώματος Χριστού, τόσο δηλ. βαθιά αντίθετα στην ίδια την ευχή της Θείας Ευχαριστίας :   «ἡμᾶς δέ πάντας, τούς ἐκ τοῦ ἑνός Ἄρτου και τοῦ Ποτηρίου μετέχοντας, ἐνώσαι ἀλλήλοις εἰς ἑνός Πνεύματος κοινωνίαν»;

Alexander Schmemann, GREAT LENT, Journey to Pascha

 

Σάββατο 16 Μαρτίου 2024

 

       


Όσο ο άνθρωπος είναι ναρκωμένος από το μεθύσι της ναρκισσιστικής αυτοαποθεώσεως δεν βιώνει άμεσα την οδύνη της υπαρξιακής του μοναξιάς, αν και υφίσταται έμμεσα τις συνέπειές της με την μορφή των σωματικών συμπτωμάτων ή των διαπροσωπικών δυσκολιών.  Μόλις απαλλαγεί όμως από τη νάρκη της αυτοαποθεώσεως βιώνει βαθιά αυτή την οδύνη και διαπιστώνει ότι βρίσκεται σε μια κατάσταση εξορίας, μακριά από το σπίτι του πατέρα του, τη γη της επαγγελίας. «
Ὤ, πόσων ἀγαθῶν ὁ ἄθλιος ἐμαυτόν ἐστέρησα.  Ὁποίας βασιλείας ἐξέπεσα ὁ ταλαίπωρος ἐγώ» (δοξαστικό Ἐσπερινού Κυριακής Ασώτου).

       Όταν ο άνθρωπος κάνει αυτή τη διαπίστωση, αναπότρεπτα θα αισθανθεί την ανάγκη της επιστροφής και θα πει σαν τον άσωτο γιό της παραβολής, «ἀναστάς πορεύσομαι πρός τόν πατέρα μαυ». «Ὥς ὁ ἄσωτος υἱός ἦλθον κἀγώ οἰκτίρμον, ὁ τον βίον ὅλον δαπανήσας ἐν τῇ άποδημία’ ἐσκόρπισα τόν πλοῦτον ὅν δέδωκάς μοι, Πάτερ΄  δέξαι με, Πάτερ, μετανοοῦντα, ὁ Θεὀς καί ἐλέησόν με». (Αἶνοι Κυριακῆς Ἀσώτου).

        Εἶναι αὐτή η βαθιά συναίσθηση του ανθρώπου για την αποξένωσή του από την πηγή της ζωής του, το Θεό, που ονομάζουμε μετάνοια.  Η μετάνοια δεν έχει καμιά σχέση με νομικές αφέσεις αμαρτιών, για απάλειψη συναισθημάτων ενοχής και βαυκαλιστικά ξαλαφρώματα. Ούτε έχει καμιά σχέση η μετάνοια με πνευματικές λογιστικές και μαθηματικές πράξεις.  Αυτού του είδους η «μετάνοια» είναι είτε ένας άλλος τρόπος αυτοδικαιώσεως είτε άλλη μορφή επιδιώξεως ναρκισσιστικής ευφορίας.

            Επειδή ακριβώς η μετάνοια έχει αυτές τις βαθιές υπαρξιακές διαστάσεις, γι ’αυτό ακούμε συχνά αγίους να παραπονούνται ότι δεν έχουν μετάνοια.  «Οὐκ, ἔχω μετάνοιαν, οὐκ ἔχω κατάνυξιν, οὐκ ἔχω δάκρυον παρακλητικόν τά ἐπανάγοντα τὰ τέκνα, εἰς ἰδίαν κληρονομίαν», ὅπως λέει ο συγγραφέας του κανόνα στον Ιησού χριστό.  Και ο αββάς Σισώης που έζησε μια ολόκληρη ζωή χύνοντας καυτά δάκρυα μετανοίας, έτσι που να αυλακώσει το πρόσωπό του, όταν έφθασε η στιγμή του θανάτου ζητούσε από το Θεό και τους αγίους περισσότερο χρόνο για να μετανοήσει κι όταν οι μαθητές του απόρησαν λέγοντες «Γέροντα, εσύ ζητάς καιρό για να μετανοήσεις που γνώρισες τόσο πολύ και τόσο καλά τη μετάνοια;  -Μόλις τώρα αρχίζω να γνωρίζω τη μετάνοια» απάντησε ο άγιος αββάς.

 

 π. ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΦΑΡΟΣ  «ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΟ ΠΑΣΧΑ»

Σάββατο 9 Μαρτίου 2024

 

       


Ζοῦμε γιὰ μιὰ στιγμὴ ποὺ εἶναι αἰωνιότης.  Ἤ ζοῦμε γιὰ τὴν αἰωνιότητα ποὺ σαρκώνεται σὲ μιὰ στιγμή, μιὰ ἀφή, μιὰ γεύσι.

       Μέσα στὴν  Ἐκκλησία δὲν πλησιάζεις διανοητικὰ το είδωλο κάποιας ἀλήθειας, ἀλλά συναντᾶς μὲ ὅλη σου τὴν ὕπαρξι τὴ δύναμι τῆς Ζωῆς. Μποροῦν ὅλοι, διἀ τῆς ὑπομονῆς, συντριβῆς καὶ μετανοίας, νὰ γίνουν κοινωνοὶ αὐτῆς τῆς χάριτος :

        Νὰ δεχθοῦν μὲ μιὰ ἀφή ὄλη τὴ ὑγεία καὶ τὴ σωτηρία σὰν τὴν αἰμορροοῦσα.

        Μὲ μιὰ γεύσι, ὅλη τὴ χρηστὀτητα.  «Γεύσασθε καὶ ἴδετε, ὄτι χτηστὸς ὀ Κύριος».

        Μὲ ἕνα Ἅγιο Μαργαρίτη (Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ), ὅλο τὸν Παράδεισο.

        «Μιᾷ ῥοπῇ»συντριβῆς, ὄλη τὴ θεολογία: «Χαίροις Σταυρέ, δι’οὗ ἀνεγνωρίσθη μιᾷ ῥοπῇ Ληστὴς θεολόγος κραυγάζων’μνήσθητί μου, Κύριε, ἐν τῇ Βασιλεία σου». (Τριώδιον, Τετάρτη Β΄ Ἐβδομάδος)

        Καὶ τὰ δέχονται ὅλα αὐτὰ μυστικῶς οἱ  ταπεινοί, ἀνώνυμοι καὶ συντετριμμένοι.

                                                                                Αρχιμ. Βασιλείου Ἰβηρίτου, «Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΗΣ ΔΟΞΗΣ»