ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ
Κοντάκιον. Ἥχος δ΄
Τῆς ψυχῆς τὰ ὄμματα πεπηρωμένος, σοὶ Χριστὲ προσέρχομαι,
ὡς ὁ Τυφλὸς ἐκ γενετῆς, ἐν μετανοίᾳ κραυγάζων σοι.
Σὺ τῶν ἐν σκότει, τὸ φῶς τὸ ὑπέρλαμπρον.*
Μὲ ἀκρωτηριασμένα τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μου προσέρχομαι μὲ μετάνοια σὲ σένα,
Χριστὲ, ὅπως ὁ γεννημένος τυφλός, ἐνῶ Σοῦ φωνάζω δυνατά:
Ἐσὺ εἶσαι τὸ ὑπέρλαμπρο Φῶς ἐκείνων, ποὺ βρίσκονται στὸ σκοτάδι.
* “Προσάγωμεν ἑαυτοῖς (=ἄς προσφέρουμε στοὺς εαυτούς μας) φάρμακα είς σωτηρίαν τὴν μετάνοιαν, μᾶλλον δὲ δεξώμεθα παρὰ τοῦ Θεοῦ τὴν μετάνοιαν, ἱατρεύουσαν ἡμᾶς. Οὐ γὰρ ἡμεῖς αὐτῷ (Θεῷ) ταύτην προσάγομεν (=προσφέρουμε), ἀλλ’αὐτός (Θεός) ἡμῖν ταύτην ἐχορήγησεν” (Ἰω. Χρυσ.)
ΚΩΝ/ΝΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗ, “Πεντηκοστάριον Χαρμόσυνον”
Ο Ιησούς είδε τον άνδρα. Οι μαθητές του τον ρώτησαν για αυτόν. Εκείνος απάντησε και αμέσως μετά “έφτυσε κάτω, έφτιαξε πηλό από το φτύμα, και άλειψε με τον πηλό τα μάτια του τυφλού”. Γιατί έπρεπε να μεσολαβήσει ο πηλός; Γιατί χρειαζόταν το φτύμα και η επάλειψη; Διότι ο άνδρας, που δεν μπορούσε να Τον δει, έπρεπε με κάποιον τρόπο να έρθει σε αισθητή επαφή μαζί Του, ούτως ώστε να ξέρει ότι η θεραπεία του προήλθε από τον άνθρωπο που τον άγγιξε. Ο Κύριος φρόντισε τα πράγματα να γίνουν έτσι, επειδή ο άνδρας ήταν τυφλός. Και για να εξασφαλίσει τη συμμετοχή του άνδρα στο θαύμα, αφού τον τυφλώνει, θα λέγαμε, για δεύτερη φορά με τον πηλό, τον στέλνει να νιφτεί στην κολυμβήθρα. Ο πηλός και η τυφλότητα έπρεπε να φύγουν μαζί με μια πράξη πίστης εκ μέρους του άνδρα. Ήταν σαν να έλεγε ο Κύριος: “Σε τύφλωσα, τώρα πήγαινε και ανάβλεψε” Ό,τι συνέβη ήταν οι κρίκοι της αλυσίδας με την οποία ο Κύριος έδεσε τον άνδρα με τον εαυτό Του: η φωνή Του εάν την άκουσε, που υπερασπίστηκε αυτόν και τους γονείς του από την κρίση των μαθητών Του, ο ισχυρισμός ότι Αυτός είναι το φως του κόσμου, (κάτι που οι άλλοι είχαν αλλά ο τυφλός γνώριζε μόνο δια της απουσίας του), ο ήχος του φτυσίματος πάνω στο χώμα, το άγγιγμα από τα δάχτυλα εκείνου που του μιλούσε, ο πηλός στα μάτια, η εντολή να νιφτεί, η διαδρομή προς την κολυμβήθρα, το νερό που τον ξέπλυνε, το ξάφνιασμα της πρώτης ματιάς. “Ξεκίνησε, λοιπόν, ο άνθρωπος, πήγε και νίφτηκε και, όταν γύρισε πίσω, έβλεπε”.
George MacDonald, “Τα θαύματα του χριστού” Εκδόσεις ΙΩΝΑΣ
...Αφού βλέπει κανείς τα πάντα γύρω του, πώς είναι δυνατόν να μη βλέπει;
Είναι πολύ δυνατόν και, ακόμη χειρότερο, πάρα πολύ συνηθισμένο! Τα μάτια της ψυχής μας καλύπτει μια κρούστα, η οποία εμποδίζει να βλέπουν. Η κρούστα αυτή προέρχεται από τα λάθη μας, από τα πάθη μας, από τις στραβές ιδέες μας, που μας κάνουν να αξιολογούμε τα πράγματα με λανθασμένο κριτήριο. Η Εκκλησία προσεύχεται για τους χριστιανούς και ζητάει ακριβώς αυτί: Να έχουν μέσα τους μάτια καθαρά και ανοιχτά. Να βλέπουν τηλαυγώς, δηλαδή μακριά και κατακάθαρα. Κριτήριό τους να είναι η ευαισθησία που έχει το φυσικό μάτι, όταν κάτι πάει να μπει μέσα του, δακρυρροεί, αισθάνεται ενοχλημένο φοβερά και θέλει να το αποβάλει. Με τον ίδιο τρόπο, μας διδάσκει η Εκκλησία, θα πρέπει να αντιδρά και ο εσωτερικός μας κόσμος. Όμως ξέρετε κάτι; Αυτός ο εσωτερικός κόσμος είναι δύσκολη υπόθεση...
π. ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ ΜΑΡΤΖΟΥΧΟΣ, “Αν ο σπόρος δεν πεθάνει…” ΕΚΔΟΣΕΙΣ Ἐν πλῷ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου