Σάββατο 31 Μαΐου 2025

 


Ἡ ἑορτή τῆς Ἀναλήψεως ἀποτελεῖ γιορτασμό τοῦ ἀνοίγματος τοῦ οὐρανοῦ στούς ανθρώπους, τοῦ οὐρανοῦ ὡς τοῦ νέου καὶ αἰώνιου οἴκου, τοῦ οὐρανοῦ ὠς τῆς ἀληθινῆς μας πατρίδας. Ἠ ἀμαρτία χώρισε βίαια τή γῆ ἀπό τόν οὐρανό καί μᾶς ἔκανε γήινους καί χοντροκομένους, προσήλωσε τό βλέμμα μας σταθερά στό ἔδαφος καί ἔκανε τή ζωή μας ἀποκλειστικά γεωτροπική. Ἁ μαρτία εἶναι ἡ προδοσία τοῦ οὑρανοῦ μέσα στή ψυχή. Αυτή ἀκριβῶς τή μέρα, τήν ἐορτή τῆς Ἀναλήψεως, νιώθουμε τρομοκρατημένοι ἀπό αὐτή τήν ἄρνηση πού γεμίζει ὁλόκληρο τόν κόσμο. Ὁ ἄνθρωπος μέ ὑπεροψία καί ὑπερηφάνια ἀναγγέλλει πώς εἶναι μόνο ὑλικός, πώς ὁλόκληρος ὁ κόσμος εἶναι ὐλικός, καί πώς τίποτε δέν ὐπάρχει πέρα ἀπό τό ὑλικό. Καί γιά κάποιο λόγο εῖναι ἀκόμη καί χαρούμενος γι’ αὐτό, καί μιλᾶ μέ οἶκτο και συγκατάβαση γι’αὐτούς πού ἀκόμη πιστεύουν σέ κάποιου εἴδους “οὐρανό” σάν νά πρόκειται γιά γελωτοποιούς ἤ ἀγροίκους. Ἐλᾶτε ἀδελφοί, “οὐρανοί”εῖναι ἁπλῶς ὁ οὐρανός, εῖναι τόσο ὑλικός ὅσο καί κάθετι ἄλλο. Δέν ὐπάρχει τίποτεἄλλο, δέν ὑπάρχει οὔτε καί θά ὐπάρξει. Πεθαίνουμε, ἐξαφανιζόμαστε. Ἔτσι στό μεταξύ .αε κτίσουμε ἕνανα ἐπίγειο παράδεισο καί ἄς ξεχάσουμε τίς φαντασίες τῶν παπάδων. Αὐτό ἐν συντομίᾳ εἶναι τό τελικό ἀποτέλεσμα καί ἠ οὐσία τοῦ πολιτισμοῦ μας,τῆς ἐπιστήμης μας, τῆς ἰδεολογίας μας.  Alexander Schmemann


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ΄.

Άνελήφθης έν δόξῃ, Χριστέ ὀ Θεὸς ἡμῶν.

χαροποιήσας τοὺς Μαθητάς, τῇ ἐπαγγελία τοῦ ἁγίου Πνεύματος

βεβαιωθέντων αὐτῶν διὰ τῆς εὐλογίας, ὅτι σὺ εἶ ὁ ‘Υιός τοῦ Θεοῦ,

ὁ λυτρωτὴς τοῦ κόσμου.


Ἀναλήφθηκες δοξασμένος Χριστέ ὀ Θεός μας,ἀφοῦ ἐγέμισες

τούς Μαθητάς μέ χαρά, ὁταν τούς ὐποσχέθηκες τον ἐρχομό τοῦ Ἀγίου Πνεύματος.

Ἐνῶ βεβαιώθηκαν αὐτοί ἀπό τήν εὐλογία τῆς ἀγάπης Σου,

πώς Ἐσύ εἶσαι ὁ Ὑιός τοῦ Θεοῦ, ὁ Λυτρωτής τοῦ κόσμου. ΚΩΝ/ΝΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗ



Παρασκευή 23 Μαΐου 2025

 


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ


Κοντάκιον. Ἥχος δ΄

Τῆς ψυχῆς τὰ ὄμματα πεπηρωμένος, σοὶ Χριστὲ προσέρχομαι,

ὡς ὁ Τυφλὸς ἐκ γενετῆς, ἐν μετανοίᾳ κραυγάζων σοι.

Σὺ τῶν ἐν σκότει, τὸ φῶς τὸ ὑπέρλαμπρον.*


Μὲ ἀκρωτηριασμένα τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μου προσέρχομαι μὲ μετάνοια σὲ σένα,

Χριστὲ, ὅπως ὁ γεννημένος τυφλός, ἐνῶ Σοῦ φωνάζω δυνατά:

Ἐσὺ εἶσαι τὸ ὑπέρλαμπρο Φῶς ἐκείνων, ποὺ βρίσκονται στὸ σκοτάδι.


* “Προσάγωμεν ἑαυτοῖς (=ἄς προσφέρουμε στοὺς εαυτούς μας) φάρμακα είς σωτηρίαν τὴν μετάνοιαν, μᾶλλον δὲ δεξώμεθα παρὰ τοῦ Θεοῦ τὴν μετάνοιαν, ἱατρεύουσαν ἡμᾶς. Οὐ γὰρ ἡμεῖς αὐτῷ (Θεῷ) ταύτην προσάγομεν (=προσφέρουμε), ἀλλ’αὐτός (Θεός) ἡμῖν ταύτην ἐχορήγησεν” (Ἰω. Χρυσ.)

ΚΩΝ/ΝΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗ, “Πεντηκοστάριον Χαρμόσυνον”


Ο Ιησούς είδε τον άνδρα. Οι μαθητές του τον ρώτησαν για αυτόν. Εκείνος απάντησε και αμέσως μετά “έφτυσε κάτω, έφτιαξε πηλό από το φτύμα, και άλειψε με τον πηλό τα μάτια του τυφλού”. Γιατί έπρεπε να μεσολαβήσει ο πηλός; Γιατί χρειαζόταν το φτύμα και η επάλειψη; Διότι ο άνδρας, που δεν μπορούσε να Τον δει, έπρεπε με κάποιον τρόπο να έρθει σε αισθητή επαφή μαζί Του, ούτως ώστε να ξέρει ότι η θεραπεία του προήλθε από τον άνθρωπο που τον άγγιξε. Ο Κύριος φρόντισε τα πράγματα να γίνουν έτσι, επειδή ο άνδρας ήταν τυφλός. Και για να εξασφαλίσει τη συμμετοχή του άνδρα στο θαύμα, αφού τον τυφλώνει, θα λέγαμε, για δεύτερη φορά με τον πηλό, τον στέλνει να νιφτεί στην κολυμβήθρα. Ο πηλός και η τυφλότητα έπρεπε να φύγουν μαζί με μια πράξη πίστης εκ μέρους του άνδρα. Ήταν σαν να έλεγε ο Κύριος: “Σε τύφλωσα, τώρα πήγαινε και ανάβλεψε” Ό,τι συνέβη ήταν οι κρίκοι της αλυσίδας με την οποία ο Κύριος έδεσε τον άνδρα με τον εαυτό Του: η φωνή Του εάν την άκουσε, που υπερασπίστηκε αυτόν και τους γονείς του από την κρίση των μαθητών Του, ο ισχυρισμός ότι Αυτός είναι το φως του κόσμου, (κάτι που οι άλλοι είχαν αλλά ο τυφλός γνώριζε μόνο δια της απουσίας του), ο ήχος του φτυσίματος πάνω στο χώμα, το άγγιγμα από τα δάχτυλα εκείνου που του μιλούσε, ο πηλός στα μάτια, η εντολή να νιφτεί, η διαδρομή προς την κολυμβήθρα, το νερό που τον ξέπλυνε, το ξάφνιασμα της πρώτης ματιάς. “Ξεκίνησε, λοιπόν, ο άνθρωπος, πήγε και νίφτηκε και, όταν γύρισε πίσω, έβλεπε”.

George MacDonald, “Τα θαύματα του χριστού” Εκδόσεις ΙΩΝΑΣ



...Αφού βλέπει κανείς τα πάντα γύρω του, πώς είναι δυνατόν να μη βλέπει;

Είναι πολύ δυνατόν και, ακόμη χειρότερο, πάρα πολύ συνηθισμένο! Τα μάτια της ψυχής μας καλύπτει μια κρούστα, η οποία εμποδίζει να βλέπουν. Η κρούστα αυτή προέρχεται από τα λάθη μας, από τα πάθη μας, από τις στραβές ιδέες μας, που μας κάνουν να αξιολογούμε τα πράγματα με λανθασμένο κριτήριο. Η Εκκλησία προσεύχεται για τους χριστιανούς και ζητάει ακριβώς αυτί: Να έχουν μέσα τους μάτια καθαρά και ανοιχτά. Να βλέπουν τηλαυγώς, δηλαδή μακριά και κατακάθαρα. Κριτήριό τους να είναι η ευαισθησία που έχει το φυσικό μάτι, όταν κάτι πάει να μπει μέσα του, δακρυρροεί, αισθάνεται ενοχλημένο φοβερά και θέλει να το αποβάλει. Με τον ίδιο τρόπο, μας διδάσκει η Εκκλησία, θα πρέπει να αντιδρά και ο εσωτερικός μας κόσμος. Όμως ξέρετε κάτι; Αυτός ο εσωτερικός κόσμος είναι δύσκολη υπόθεση...

π. ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ ΜΑΡΤΖΟΥΧΟΣ, “Αν ο σπόρος δεν πεθάνει…” ΕΚΔΟΣΕΙΣ Ἐν πλῷ

Πέμπτη 15 Μαΐου 2025

 



Γύναι, πίστευσόν μοι ὅτι ἐρχεται ὥρα ὅτε οὔτε έν τῷ ὄρει τούτῳ οὔτε ἐν Ἰεροσολύμοις προσκυνήσετε τῷ πατρὶ...

ἀλλ’ ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ ἀληθινοὶ προσκυνήσουσι τῷ πατρὶ

ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ’ καὶ γὰρ ὀ πατὴρ τοιούτους ζητεῖ τοὺς προσκυνοὐντας αὐτόν. Πνεῦμα ὁ Θεός καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν. (Ἰωάν. 4,22-24).


Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία πώς οἱ στίχοι αὐτοί ἀπό τό εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννη εἶναι κρίσιμοι στήν κατανόηση τοῦ Χριστιανισμοῦ. Αὐτά τά λόγια έκφράζουν καί αἰώνια διακηρύσσουν μιά γνήσια θρησκευτική ἐπανάσταση τοῦ Χριστιανισμοῦ. “Έν πνεύματι καὶ ἀλήθείᾳ” !

Ἡ θρησκεία μέχρι τότε καί γιά αἰῶνες ἀποτελεῖτο ἀπό κανόνες, νόμους καί διατάξεις, καί ἔτσι ἡ τήρηση τῆς θρησκείας συνίστατο ἀποκλειστικά ἀπό μιά τυφλή, ἀναντίρρητη ὑποταγή σ’αὐτούς τούς κανόνες. Ὄχι σ’αὐτό τό βουνό ἀλλά στά Ἰεροσόλυμα’ ὄχι ἐδῶ, ἀλλά ἐκεῖ’ ‘ ὄχι μ’ αὐτόν τόν τρόπο ἀλλά μ’ἐκεῖνον. Ἔτσι προσφέροντας στό Θεό χιλιάδες τέτοιες συνταγές, οἱ ἄνθρωποι προστατεύονταν ἀπό τούς μπελάδες, άπό τόν φόβο καί τήν ἐπώδυνη ἀναζήτηση. Εἶχαν κατασκευάσει ἕνα κλουβί στό ὁποῖο τό κάθετι ἦταν προσεκτικά καί σαφῶς καθορισμένο καί δεν ὑπῆρχε ἄλλη άπαίτηση ἀπό τήν ἀκριβῆ τήρησή του. Ὅλα αὐτά τώρα σβήνονται καὶ ἀνατρέπονται μέ λίγες λέξεις. Ἡ προσκύνηση δέ γίνεται σ’ αὐτό τό βουνό, οὔτε στά Ἰεροσόλυμα, ἀλλά “ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ”. Μ’ ἄλλα λόγια ὄχι μέ φόβο καί στά τυφλά, ὄχι μέ αγωνία καί στενοχώρια, ἀλλά μέ γνώση καί ἐλευθερία, μέ ἐλεύθερη ἐπιλογή καί ἀγάπη, ὅπως ἡ ἀγάπη τοῦ παιδιοῦ γιά τον πατέρα του.

...Ἡ συζήτηση πού ἄρχισε δίπλα στο πηγάδι ἐκεῖνο τό ζεστό μεσημέρι ἀκόμη συνεχίζεται, έπειδή οἱ ἄνθρωποι ποτέ δέ θά σταματήσουν νά ψάχνουν, νά ἀναζητοῦν, νά διψοῦν καί νά ανακαλύπτουν ξανά καί ξανά πώς αὐτή ἡ δίψα, αὐτή ἡ ἀναζήτηση, αὐτή ἡ πνευματική πείνα δέν μπορεῖ νά ἱκανοποιηθεῖ μέ τίποτε ἄλλο παρά μόνο μέ τό Θεό, πού εἶναι Πνεῦμα καί Ἀλήθει, ἀγάπη καί ἐλευθερία, αἰώνια Ζωή καί πληρότητα τῶν πάντων.

Alexander Schmemann,( ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ, Celebration of Faith, Ἐκδόσεις ΑΚΡΙΤΑΣ )



Διότι ἡ λατρεία εἶναι ἡ ὑπαγωγὴ τῆς ὅλης φύσεως ἡμῶν εἰς τὸν Θεόν. Εἶναι ἡ αφύπνισις τῆς συνειδήσεώς μας ὑπὸ τῆς ἁγιότητός του, ὁ χορτασμός τῆς διανοίας μας ὑπό τῆς ἀληθείας του, ἡ κάθαρσις τῆς φαντασίας μας ὑπὸ τῆς καλλονῆς του, ἡ διάνοιξις τῆς καρδίας μας ὑπό τῆς ἁγάπης του, ἡ ὑποταγή της θελήσεώς μας εἰς τὰς βουλάς του.

William Temple (ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΕΙΣ ΤΟ ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ , Π.Ν. Τρεμπέλα)



Ἀναμφιβόλως ὁ Ἱησοῦς δὲν ἀποδοκιμάζει καὶ τὴν ἐξωτερικήν λατρείαν, ἥτις εἶναι ὡσαύτως ἀναγκαία, ἐφ’ ὅσον ἡ ἀνθρωπίνη φύσις καὶ σύστασις εἶναι διπλὴ. Δεικνύει ὅμως, ὁποία πρέπει νὰ εἶναι καὶ ἡ έκδηλουμένη λατρεία, ἵνα καθίσταται θεάρεστος. ( Π.Ν. Τρεμπέλας, ΥΠΟΜΝΗΜΑ )

Κυριακή 11 Μαΐου 2025

 


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ

Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Κύριός μας δεν καθυστερεί τη θεραπεία με περαιτέρω συζήτηση. Ο άνδρας δεν Τον γνωρίζει καθόλου, γι’ αυτό και δεν του ζητά την πίστη του, παρά μόνο την υπακοή του. Του ζητά μόνο να κάνει κάτι. Ξέρει ότι θα τον συναντήσει πάλι σε λίγο. Ο άνδρας υπακούει. Σηκώνει το κρεβάτι του και περπατάει.

Ο Χριστός ανοίγει μπροστά μας ένα μονοπάτι. Πρέπει να το περπατήσουμε. Ακόμη περισσότερο, πρέπει να θελήσουμε να πιστέψουμε ότι το μονοπάτι είναι ανοιχτό και ότι έχουμε τη δύναμη να το περπατήσουμε. Το δώρο του Θεού γλιστράει μέσα στην ελεύθερη επιλογή του ανθρώπου. Είναι απαραίτητο να ακολουθούμε τον δρόμο που ανοίγει η προπορευόμενη δύναμή Του μα δική μας προσπάθεια. Εάν αρνηθούμε, καταστρέφουμε το δώρο. Η θεραπεία Του δεν αρμόζει σε όσους επιλέγουν να είναι ανάπηροι. Πρέπει να θέλουν να γίνουν υγιείς, ακόμη κι αν αυτό απαιτεί να κουβαλήσουν το κρεβάτι τους και να περπατήσουν. Κάποιοι παραμένουν στο κρεβάτι, παρότι έχουν αρκετή δύναμη για να σηκωθούν και να περπατήσουν. Σε αυτούς υπάρχει έγνοια για τον εαυτό τους και μια αυτολύπηση, μια οκνηρία και μια ψευδής αίσθηση ανικανότητας, που αρρωσταίνουν το σώμα όσο και τον νου, ενώ παράλληλα καταρρακώνουν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου και απομακρύνουν την συμπάθεια των άλλων. Ποιος χρειάζεται τα θαύματα περισσότερο από τους ανάπηρους; Κι όμως, κάποιοι ανάπηροι δεν είναι για να γιατρευτούν, ακριβώς επειδή δεν θα θεραπευθούν. Δεν θα απλώσουν το χέρι τους, δεν θα σηκωθούν, δεν θα περπατήσουν, και το σημαντικότερο, δεν θα εργαστούν. Ωστόσο, η μόνη γιατρειά για την ασθένειά τους ίσως είναι η εργασία που τόσο απεχθάνονται, ή, εάν όχι η γιατρειά, τουλάχιστον η καλύτερη δυνατή βελτίωση. Ο μόχθος της εργασίας δεν είναι καθεαυτόν κάτι κακό, όπως η ασθένεια συχνά είναι ένα θεϊκό και μακάριο γιατρικό. Ούτε βέβαια ισχύει ότι η εργασία είναι μόνο για αυτούς που πρέπει να το κάνουν για να επιβιώσουν. Κανένας πλούτος, όσο μεγάλος κι αν είναι, δεν απαλλάσσει κάποιον από την υποχρέωση της εργασίας -και μάλιστα μέσα σε έναν κόσμο του οποίου ο Θεός εργάζεται διαρκώς. Αυτός που δεν εργάζεται, δεν έχει ακόμη ανακαλύψει για ποιο πράγμα τον έφτιαξε ο Θεός και αποτελεί παραφωνία μέσα στην ορχήστρα του σύμπαντος. Η κατοχή πλούτου είναι σαν μια προπληρωμή για ένα καθήκον τιμής :να κάνει κανείς αγαθά έργα ανάλογα του πλούτου του. Αυτός που δεν ξέρει τι να κάνει, δεν αναρωτήθηκε ποτέ σοβαρά τι οφείλει να κάνει.

Υπάρχει και μια κατηγορία ανθρώπων που, ενώ είναι το εντελώς αντίθετο από αυτούς, σφάλλουν κατά παρόμοιο τρόπο, και έτσι έρχονται στο ίδιο σημείο, όπως τα άκρα που συναντώνται. Αυτοί οι άνθρωποι δεν μπορούν να θεραπευθούν, γιατί δεν αποκτούν ποτέ την ηρεμία μέσα στην οποία ο Θεός δίνει τα δώρα του σε αυτούς που αγαπά. Κάποιες αρρώστιες θεραπεύονται με ηρεμία και ανάπαυση, άλλες με εργασία.

Ο σωστός τρόπος είναι το παν. Χρειάζεται, λοιπόν, να αντιμετωπίσει κανείς την αρρώστια όπως θα την αντιμετώπιζε ο Θεός, να παραδίνεται ή να αντιστέκεται σύμφωνα με τις συνθήκες της θεραπείας. Οτιδήποτε δεν είναι πίστη, είναι αμαρτία. Αυτός που δεν πηγαίνει στην καναπέ του να αναπαυθεί εμπιστευόμενος τον Κύριο, είναι το ίδιο αξιοκατάκριτος με αυτόν που δεν σηκώνεται να πάει στην δουλειά του.

George MacDonald, Τα θαύματα του Χριστού, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΩΝΑΣ