Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2022

 

       


Η επόμενη πράξη της λειτουργίας είναι η
είσοδος’ ο ερχομός του ιερουργού στο θυσιαστήριο. Δόθηκαν σε αυτήν όλες οι δυνατές συμβολικές εξηγήσεις, αλλά η είσοδος δεν είναι «σύμβολο».  Είναι η καθαυτό κίνηση της Εκκλησίας ως πέρασμα από το παλιό στο νέο, από τον «κόσμο τούτον στον «ερχόμενο κόσμο» και, ως τέτοια, είναι ουσιαστική κίνηση  του λειτουργικού «ταξιδέματος».  Στον «κόσμο τούτον» δεν υπάρχει  θυσιαστήριο και ο ναός καταστράφηκε. Το μόνο θυσιαστήριο είναι ο Ίδιος ο Χριστός, η ανθρωπότητά Του – που Αυτός την προσδέχτηκε και την θέωσε και την έκανε ναό του Θεού, θυσιαστήριο της παρουσίας Του. Και ο Χριστός αναλήφθηκε στους ουρανούς. Το θυσιαστήριο, με τον τρόπο αυτό, είναι σημάδι πως  στο Χριστό μας δόθηκε να πατήσουμε στον ουρανό, πως η Εκκλησία είναι το «πέρασμα» στον ουρανό, η είσοδος στο ιερό του ουρανού, και πως μονάχα «μπαίνοντας», ανεβαίνοντας στον ουρανό η Εκκλησία βρίσκει την πλήρωσή της, γίνεται αυτό που είναι.  Και έτσι η είσοδος στην Ευχαριστία, το πλησίασμα αυτό του ιερουργού  -και στο πρόσωπό του όλης της Εκκλησίας  -στο θυσιαστήριο, δεν είναι σύμβολο. Είναι η σταυρική και αποφασιστική πράξη μέσα στην οποία αποκαλύπτονται και καθιερώνονται οι αληθινές διαστάσεις του μυστηρίου.  Η «χάρη» δεν κατεβαίνει, η Εκκλησία είναι που «χαριτώνεται». Η χάρη σημαίνει καινούργιο είναι, σημαίνει Βασιλεία, σημαίνει ερχόμενος κόσμος. Καθώς ο ιερουργός πλησιάζει το θυσιαστήριο, η Εκκλησία πιάνει τον ύμνο που αιώνια οι άγγελοι ψέλνουν στο θρόνο του Θεού: Άγιος ο Θεός, Άγιος Ισχυρός, Άγιος Αθάνατος… και ο ιερέας λέει: Ο Θεός ὁ Ἄγιος, ὁ τρισαγίῳ φωνῇ ὑπό τῶν Σεραφίμ ἀνυμνούμενος, και «ὑπό τῶν Χερουβίμ δοξολογούμενος καὶ ὑπό πάσης έπουρανίου δυνάμεως  προσκυνούμενος…

… Η γνώση για το Θεό καταλήγει σε ορισμούς και διακρίσεις. Η γνώση του Θεού ο0δηγάε στον ένα, απερινόητο και ωστόσο ολοφάνερο και αφεύγατο λόγο: Άγιος. Μέσα στη λέξη αυτή εκφράζομε ταυτόχρονα: και πως ο Θεός είναι η Απόλυτη Ετερότητα, ο ένας για τον οποίο δεν ξέρομε τίποτα’ και πως η Εκείνος είναι το τέλος κάθε πείνας, κάθε αποθυμιάς, ο απρόσιτος που επιστρατεύει τις θελήσεις μας, ο μυστηριακός θησαυρός που μας τραβάει, και όλα όσα μαθαίνομε δεν είναι παρ4ά Εκείνος. «Άγιος» είναι η λέξη, η ψαλμωδία, η «αντίδραση» της Εκκλησίας την ώρα που μπαίνει στον ουρανό, την ώρα που στέκεται μπροστά στην ουράνια δόξα του Θεού.

Alexander Schmemann, “For the Life and  the World”, “ΓΙΑ ΝΑ ΖΗΣΕΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ» εκδόσεις ΑΚΡΙΤΑΣ

Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2022

 

     


  Βρισκόμαστε όμως ακόμα στην πρωταρχή.  Αφήσαμε τον «κόσμο τούτον».  Συναχτήκαμε. Ακούσαμε την αναγγελία του έσχατου προορισμού μας.  Είπαμε Αμήν στην αναγγελία αυτή.  Είμαστε η εκκλησία (eclesia), η απόκριση στο κάλεσμα αυτό και στη διαταγή.  Και αρχίζομε με «κοινές προσεχές και δεήσεις», με έναν κοινό και χαρμόσυνο αίνο.  Πρέπει για μια ακόμη φορά να τονίσομε το χαρμόσυνο χαρακτήρα της ευχαριστιακής σύναξης.  Γιατί ενώ η μεσαιωνική έμφαση που δίνομε στο σταυρό δεν είναι λαθεμένη, σίγουρα είναι μονόπλευρη. Η λειτουργία είναι, πριν από όλα τα άλλα, η χαρούμενη σύναξη εκείνων που θα ανταμώσουν με τον αναστημένο Κύριο και θα μπουν μαζί Του στο νυφιάτικο δώμα.  Και σε όλο αυτό το «κάλλος» της λειτουργίας, που τόσο συχνά το κατάγγειλαν πως είναι αχρείαστο και ακόμη αμαρτωλό, στην υμνωδία και στο τυπικό, στα άμφια και στο λιβάνι, εκφράζονται ακριβώς: η χαρά της απαντοχής και η απαντοχή της  χαράς.

        Και είναι αλήθεια αχρείαστο (το κάλλος) γιατί  βρισκόμαστε πέρα από τις κατηγορίες του «χρειαζούμενο».  Το κάλλος δεν είναι ποτέ «χρειαζούμενο» ή «χρησιμοθηρικό».  Και όταν προσμένοντας κάποιον που αγαπάμε, βάζομε ένα ωραίο τραπεζομάντιλο στο τραπέζι και το στολίζομε με κεριά και λουλούδια, αυτά όλα δεν τα κάνομε από ανάγκη, αλλά από αγάπη.  Και η Εκκλησία είναι αγάπη και απαντοχή της αγάπης.   Σύμφωνα με την Ορθόδοξη παράδοσή μας, είναι ο ουρανός απάνω στη γη.  Είναι η χαρά πως ξαναβρήκαμε τα παιδικά μας χρόνια, τη λεύτερη εκείνη, τη δίχως όρους και ανυστερόβουλη χαρά, τη μόνη που δύνεται να μεταμορφώσει τον κόσμο.              Οι ορισμοί και τα δικαιολογητικά που γυρεύομε στην ενηλικιωμένη, στη σοβαρή μας ευσέβεια, έχουν τις ρίζες τους στο φόβο.  Φοβόμαστε τη φθορά, τη λοξοδρόμηση, τις «παγανιστικές επιρροές», φοβόμαστε άλλα. Όμως ὁ φοβούμενος οὐ τετελείωται ἐν τῇ αγάπη (Α’ Ιωάν. 4,18).  Όσο οι Χριστιανοί θα αγαπάνε τη Βασιλεία του Θεού –και δεν θα τη συζητούν μονάχα- πάντα θα την «αναπαρασταίνουν» και θα την σημαίνουν με την τέχνη κα με την ομορφιά.  Και όποιος τελεί το μυστήριο της χαράς θα παρουσιάζεται φορεμένος το ωραίο φελόνι, αφού είναι ντυμένος τη δόξα της Βασιλείας, αφού ακόμα και με τη μορφή ανθρώπου ο Θεός παρουσιάζεται μέσα σε δόξα. Στην Ευχαριστία βρισκόμαστε μπροστά στην παρουσία του Χριστού και, όπως ο Μωυσής μπροστά στο Θεό, σκεπαζόμαστε από τη δόξα Του.  Ο Χριστός φορούσε και Αυτός ένα άραφτο  ρούχο που οι στρατιώτες στο σταυρό δεν το σκίσανε: δεν αγοράστηκε στο παζάρι, αλλά φαίνεται πως το ύφαναν κάποια χέρια γεμάτα αγάπη. Ναι, το κάλλος της απαντοχής μας για την Ευχαριστία δεν έχει πραχτική χρησιμότητα. Αλλά ο Romano Guardini σοφά μίλησε για την άχρηστη αυτή ομορφιά. Στη λειτουργία λέει πως: «Με τη χάρη του Θεού παρουσιάζεται στον άνθρωπο η ευκαιρία  να αλλάξει τη θεμελιακή ουσία του, να γίνει σύμφωνα με τη θεϊκιά μοίρα του πραγματικά εκείνο που έπρεπε να είναι και που πεθυμάει να είναι, τέκνο του Θεού. Στη λειτουργία έχει να πορευτεί πρὸς τὸν Θεόν τὸν εὐφραίνοντα τὸν νεότητά του… Επειδή η ζωή της λειτουργίας είναι ανώτερη από εκείνη στην οποία η συνηθισμένη πραγματικότητα της παρέχει είτε την ευκαιρία είτε την μορφή για να εκφραστεί, για το λόγο αυτό συνταιριάζει κατάλληλες μορφές και μεθόδους από τη σφαίρα όπου υπάρχουν, τη σφαίρα της τέχνης.  Μιλάει μετρικά και μελωδικά’ χρησιμοποιεί μορφικά και ρυθμικά σχήματα’ ντύνεται χρώματα και ρούχα ξένα προς την άλλη, την καθημερινή ζωή… Είναι στην ανώτατη σημασία της η ζωή ενός παιδιού, στην οποία όλα είναι ζωγραφιά, μελωδία και τραγούδι. Τέτοια λογής είναι το θαυμαστό γεγονός που φανερώνει η λειτουργία : ενώνει την πράξη και την πραγματικότητα σε μια υπερφυσική ηλικία μπροστά στο Θεό»

Alexander Schmemann,”For the Life and the World”, «ΓΙΑ ΝΑ ΖΗΣΕΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ» Εκδόσεις Ακρίτας

Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2022

 


Η ορθόδοξη λειτουργία αρχίζει με την επίσημη δοξολογία : Ελογημένη Βασιλεία του Πατρός καί το Υο καί το  γίου Πνεύματος, νν και εί καί ες τούς αινας τν αώνων. μήν. Από την αρχή δηλώνεται ο προορισμός : πορευόμαστε για τη Βασιλεία. Για εκεί πηγαίνομε –και όχι συμβολικά, αλλά πραγματικά.  Στη γλώσσα της Βίβλου, που είναι η γλώσσα της Εκκλησίας, να ευλογάς τη Βασιλεία δε σημαίνει απλώς να τη μεγαλύνεις.  Σημαίνει να την ανακηρύχνεις σκοπό και τέρμα για όλες τις αποθυμιές και τα ενδιαφέροντά μας, για ολόκληρη τη ζωή μας –υπέρτατη και έσχατη αξία κάθε ύπαρξης.  Να ευλογάς σημαίνει να αποδέχεσαι με αγάπη και να πορεύεσαι προς εκείνο που αγαπάς και αποδέχεσαι.  Με αυτό τον τρόπο η Εκκλησία είναι σύναξη, το μάζεμα εκείνων για τους οποίους ο έσχατος προορισμός κάθε ζωής αποκαλύφτηκε και αυτοί τον αποδέχθηκαν.  Η αποδοχή τούτη εκφράζεται στην επίσημη απόκριση της δοξολογίας : μήν.  Είναι αληθινά μια από τις σημαντικότερες λέξεις στον κόσμο, αφού εκφράζει το στρέξιμο της Εκκλησίας να ακολουθήσει το Χριστό στο ανέβασμά Του προς τον Πατέρα Του και να κάνει αυτό το ανέβασμα ριζικό του ανθρώπου. Είναι το δώρο του Χριστού σε εμάς, γιατί στο Θεό ή μάλλον Εκείνος (ο Χριστός) είναι το μήν μας στο Θεό και η Εκκλησία είναι ένα Αμήν στο Χριστό. Σε αυτό το μήν κρίνεται η μοίρα του γένους των ανθρώπων.  Το μήν δηλώνει καθαρά πως η πορεία μας προς το Θεό έχει αρχίσει.

Alexander Schmemann"For the Life and the World" "ΓΙΑ ΝΑ ΖΗΣΕΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ' Εκδόσεις ΑΚΡΙΤΑΣ

Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2022

 

      


  Η  λειτουργία αρχίζει, λοιπόν, σαν ένας πραγματικός χωρισμός από τον κόσμο.  Δοκιμάζοντας να κάνομε το Χριστιανισμό ελκυστικό για το μέσο άνθρωπο (the man on the street) συχνά μικρύναμε ή ακόμα ολότελα λησμονήσαμε τον αναγκαίο αυτόν χωρισμό.  Θέλαμε πάντα να κάνομε το Χριστιανισμό «κατανοητό» και «αποδεκτό» από αυτόν τον  μυθικό «σύγχρονο» μέσο άνθρωπο.  Και λησμονάμε πώς ο Χριστός, για τον οποίο μιλάμε,
εναι οκ εκ του κόσμου τούτου και πως ύστερα από την ανάστασή Του δεν Τον αναγνώρισαν μήτε οι μαθητές Του. Η Μαρία η Μαγδαληνή Τον πέρασε για περιβολάρη.  Όταν δυό  από τους μαθητές Του πορευόντουσαν στο χωριό μμαούς ατός ο ησούς γγίσας συνεπορεύετο ατος … και δεν Τον γνώρισαν προτού λαβών τν ρτον ελόγησε καί κλάσας πεδίδου ατος (Λουκ. 24,15-16, 30). Παρουσιάστηκε στους Δώδεκα των θυρών  κεκλεισμένων.  Φαίνεται πως δεν  έφτανε πια να γνωρίζει κανένας απλώς πώς Εκείνος ήταν γιός της Μαρίας. Ο αναγνωρισμός Του δεν είχε φυσική αναγκαιότητα.  Με άλλα λόγια, ύστερα από την Ανάστασή Του, δεν αποτελούσε πιά «μέρος» του κόσμου αυτού, της πραγματικότητας του κόσμου, και ο αναγνωρισμός Του, η είσοδος στη χαρά της παρουσίας Του, το συναπάντημα μαζί Του σήμαιναν μια μεταστροφή σε μια  διαφορετική πραγματικότητα.  Το δόξασμα του Κυρίου δεν έχει την εταχτική, αντικειμενική αποδειχτικότητα της ταπείνωσής Του και του σταυρού.  Το δόξασμά Του το γνωρίζομε μονάχα μέσα από το μυστηριώδη θάνατο στην κολυμπήθρα του βαπτίσματος, μέσα από το χρίσμα του Αγου Πνεύματος .  Το γνωρίζομε μονάχα από την πληρότητα της Εκκλησίας, καθώς αυτή συνάζεται για να ανταμώσει τον Κύριο και να μοιραστεί την αναστημένη ζωή  Του.

        Οι πρώτοι Χριστιανοί καταλάβαιναν πως για να γίνουν ο ναός του Αγίου Πνεύματος έπρεπε να ανεβούν στον ουρανό όπου είχε ανέβει ο Χριστός.  Καταλάβαιναν ακόμα πως το ανέβασμα αυτό αποτελούσε την ίδια την προϋπόθεση της αποστολής τους στον κόσμο, του υπουργήματός τους στον κόσμο’ επειδή εκεί- στον ουρανό- βουτούσαν μέσα στη ζωή της Βασιλείας’ και όταν ύστερα  από αυτή τη «λειτουργία του ανεβάσματος» γύριζαν πίσω στον κόσμο, τα ίδια τους τα πρόσωπα αντανακλούσαν το φώς, τη «χαρά και ειρήνη» της Βασιλείας και ήταν στα αλήθεια μάρτυρές της.  Δεν έφεραν μήτε προγράμματα μήτε θεωρίες ‘ μα όπου και αν πήγαιναν, οι σπόροι της Βασιλείας βλάσταιναν, η πίστη φούντωνε, η ζωή μεταμορφωνόταν, τα αδύνατα γίνονταν δυνατά. Δίνανε μαρτυρία.  Και όταν τους ρωτούσαν : «Από πού λάμπει αυτό το φώς; Πού βρίσκεται η πηγή αυτής της δύναμης;» γνώριζαν την απόκριση και κατά που να οδηγήσουν τους ανθρώπους. Στην εκκλησιά σήμερα πολύ συχνά νιώθουμε πως ανταμώνομε μονάχα τον ίδιο τούτο παλαιό κόσμο, όχι το Χριστό και τη Βασιλεία Του. Δεν καταλαβαίνουμε πως σήμερα ποτέ δεν φτάνομε πουθενά, επειδή ποτέ δεν ξεκινάμε από πουθενά.

Να ξεκινάς, να φτάνεις… Αυτή είναι η αρχή, το σημείο αφετηρίας του μυστηρίου (sacrament), η προϋπόθεση της δύναμης που έχει το μυστήριο να μεταμορφώνει.  Καθώς και της πραγματικότητάς του.

Alexander Schmemann, «For the Life and the World», «ΓΙΑ ΝΑ ΖΗΣΕΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ» Εκδόσεις ΑΚΡΙΤΑΣ

Κυριακή 7 Αυγούστου 2022

 

      


  Τη λειτουργία της Ευχαριστίας την καταλαβαίνουμε σαν ένα ταξίδεμα ή λιτανεία. Είναι ο πηγεμός της Εκκλησίας στη διάσταση της Βασιλείας.  Χρησιμοποιούμε αυτή τη λέξη «διάσταση», επειδή μοιάζει να είναι η καλύτερη μέθοδος για να δείξομε τον τρόπο της μυστηριακής εισόδου μας στην αναστημένη ζωή του Χριστού. Οι χρωματιστές διαφάνειες «ζωντανεύουν» όταν τις βλέπομε  σε τρείς διαστάσεις αντί για δύο. Η παρουσία της πρόσθετης διάστασης μας επιτρέπει να βλέπομε καλύτερα την καθαυτό πραγματικότητα εκείνου που φωτογραφίσαμε. Κατά τον ίδιο σχεδόν τρόπο, αν και κάθε αναλογία είναι φυσικά καταδικασμένη σε αποτυχία, η είσοδός μας στην παρουσία του Χριστού είναι
είσοδος σε μια τέταρτη διάσταση που μας επιτρέπει να δούμε την έσχατη πραγματικότητα της ζωής. Δεν είναι φυγή από τον κόσμο’ είναι μάλλον το φτάσιμο σε μια πλεονεκτική θέση από όπου μπορούμε να ατενίσομε πιο βαθιά την πραγματικότητα της ζωής.

       Το ταξίδεμα αρχίζει όταν οι Χριστιανοί αφήνουν το σπιτικό τους και το κρεβάτι τους. Αφήνουν αληθινά τη ζωή τους σε αυτόν τον παρόντα και συγκεκριμένο κόσμο, και είτε έχουν να οδηγήσουν αυτοκίνητο δεκαπέντε μίλια ή να περπατήσουν λίγα τετράγωνα, συντελείται κιόλας μια πράξη μυστηριακή, μια πράξη που είναι  οποιουδήποτε άλλου πράγματος που θα ακολουθήσει. Γιατί τώρα βρίσκονται στο δρόμο του απαρτισμού  της Εκκλησίας (on their way to constitude the Church) ή ακριβέστερα της μεταμόρφωσής τους σε Εκκλησία του Θεού. Ήταν άτομα, άλλοι λευκοί, άλλοι μαύροι, άλλοι φτωχοί, άλλοι πλούσιοι, ήταν ο «φυσικός» κόσμος, μια φυσική κοινότητα. Και  τώρα κλήθηκαν να συνέλθουν επί το αυτό, να κομίσουν τις ζωές τους, τον ίδιο τους τον «κόσμο» μαζί τους και να γίνουν κάτι περισσότερο από εκείνο που ήταν: μια νέα κοινότητα με νέα ζωή. Βρισκόμαστε κιόλας πολύ πέρα από τις κατηγορίες τη κοινής λατρείας και προσευχής.  Ο σκοπός αυτής της «συνόδου επί το αυτό» δεν είναι απλώς  να προσθέσομε στη φυσική κοινότητα μια θρησκευτική διάσταση, να την κάνουμε «καλύτερη» -πιο υπεύθυνη, πιο χριστιανική. Ο σκοπός είναι να πληρώσομε την Εκκλησία  (to fulfill the Church) και αυτό σημαίνει να ξανακάνομε παρόντα τον Ένα μέσα στον οποίο όλα τα πράγματα βρίσκονται στο τέλος τους και όλα τα πράγματα βρίσκονται στην αρχή τους…

Alexander Schmemann, “For the Life and the World” ΓΙΑ ΝΑ ΖΗΣΕΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ Εκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ

Κυριακή 24 Ιουλίου 2022

 



η Εκκλησία η ίδια είναι μια λειτουργία, ένα υπούργημα, ένα κάλεσμα να ενεργήσεις σε αυτό τον κόσμο κατά τον τρόπο του Χριστού, να δώσεις  μαρτυρία σε Εκείνον και στη Βασιλεία Του.  Την  ευχαριστιακή λειτουργία, λοιπόν, δεν πρέπει να την πλησιάζομε και να την αντιλαμβανόμαστε  από την «λειτουργική» ή την «τελετουργική» άποψη μονάχα.  Ακριβώς όπως το Χριστιανισμό μπορεί – και πρέπει- να τον θεωρούμε  ως το τέλος  της θρησκείας, έτσι και η χριστιανική λειτουργία γενικά, και η Ευχαριστία ειδικά, είναι αληθινά το τέλος της λατρείας, μιας «ιερής» θρησκευτικής πράξης χωρισμένης από –και σε αντίθεση με-- τη «βέβηλη» ζωή της  κοινότητας. Πρώτη, προϋπόθεση για την κατανόηση της  λειτουργίας είναι να λησμονήσουμε οποιαδήποτε «λειτουργική ευσέβεια» (“liturgical piety”).

Alexander Schmemann, “For the Life nd the World”, “ΓΙΑ ΝΑ ΖΗΣΕΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ» εκδ. Ακρίτας

Σάββατο 16 Ιουλίου 2022

 


…Αρχίσαμε με το θέμα αυτό της τροφής , για να απαλλάξομε τούς όρους «μυστηριακός» και «ευχαριστιακός» από τους συνειρμούς που απόχτησαν μέσα στη μακρόχρονη ιστορία της τεχνικής θεολογίας, όπου τούς χρησιμοποιούν σχεδόν αποκλειστικά μέσα στα πλαίσια του «φυσικού» σε αντίθεση με το «βέβηλο», μέσα στην ίδια παναπεί αντίθεση στη θρησκεία και στη ζωή που αφήνει τη ζωή τελικά δίχως λύτρωση και θρησκευτικά δίχως νόημα. Σύμφωνα με την άποψή μας όμως το «προπατορικό» αμάρτημα δεν είναι πρωταρχικά πώς ο άνθρωπος «παράκουσε» το Θεό. Το αμάρτημα είναι πώς έπαψε να πεινάει για Εκείνον και μόνο για Εκείνον, έπαψε να βλέπει τη ζωή του ολάκερη εξαρτημένη από έναν κόσμο που ήταν ολάκερος ένα μυστήριο (sacrament) της κοινωνίας με το Θεό. Το αμάρτημα δε στάθηκε πώς ο άνθρωπος παραμέλησε τα θρησκευτικά  καθήκοντα του. Το αμάρτημα στάθηκε πώς ο άνθρωπος στοχάστηκε το Θεό σύμφωνα με την άποψη της θρησκείας
, δηλαδή το Θεό σε αντίθεση με τη ζωή.  Η μόνη πραγματική πτώση του ανθρώπου είναι η μη ευχαριστιακή ζωή του μέσα σε ένα μη ευχαριστιακό κόσμο.  Η πτώση δεν είναι πως προτίμησε τον κόσμο από το Θεό, πως διατάραξε την ισορροπία ανάμεσα στα πνευματικά και στα υλικά πράγματα, αλλά πώς έκανε τον κόσμο υλικόν ενώ έπρεπε να τον μετασχηματίσει σε «ζωή ν Θε»
, να τον γεμίζει νόημα και πνεύμα.

Alexander Sshmemann