Παρασκευή 14 Ιουλίου 2017



«Απλά πρέπει να αποκτήσεις υπόσταση»
Μια από τις πιο οδυνηρές συναντήσεις που παρακολουθήσαμε, ήταν ανάμεσα στο Φάντασμα μιας γυναίκας κι ένα Λαμπρό Πνεύμα που προφανώς ήταν ο αδερφός της. Πρέπει να συναντήθηκαν λίγο πριν τους πλησιάσουμε, γιατί το φάντασμα μόλις έλεγε με έναν τόνο φανερής απογοήτευσης :  
      - Α, Ρέτζιναλντ! Εσύ είσαι, έτσι δεν είναι;
       - Ναι, καλή μου, είπε το Πνεύμα.  Ξέρω ότι περίμενες κάποιον άλλο. Ελπίζω … ελπίζω να χαίρεσαι λιγάκι που είδες έστω εμένα, προς το παρόν.
      -Νόμιζα πως θα ερχόταν ο Μάικλ, είπε το Φάντασμα.  Και μετά, σχεδόν με μανία : Εδώ είναι, έτσι;
      -Εδώ είναι, εκεί ψηλά στα βουνά.
      -Μα… γιατί δεν ήρθε να με συναντήσει ; Δεν το ήξερε :
       -Καλή μου… μην ανησυχείς, όλα σε λίγο θα είναι εντάξει… Δεν μπορούσε. Όχι ακόμα. Δε μπορούσε να σε δει ή να σε ακούσει έτσι όπως είσαι τώρα.  Θα ήσουν τελείως αόρατη για τον Μάικλ.  Αλλά σύντομα θα σου δώσουμε υπόσταση.
       -Θα περίμενα πως  αφού εσύ μπορείς να με δεις, πόσο μάλλον ο ίδιος μου ο γιός !
      -Δε συμβαίνει πάντα έτσι. Βλέπεις, έχω γίνει πλέον ειδικός σ’ αυτήν τη δουλειά.
      -Α, ώστε είναι δουλειά; Αρπάχτηκε το Φάντασμα. Και μετά από μια παύση: Λοιπόν, πότε θα μου επιτραπεί να τον δω;
      -Δεν υπάρχει θέμα απαγόρευσης, Παμ. Μόλις θα μπορεί να σε δει και βέβαια θα το κάνει.  Απλά πρέπει να αποκτήσεις υπόσταση.
      -Πώς ;  είπε το Φάντασμα.  Ο τόνος της ήταν σκληρός και λιγάκι απειλητικός.
     -Φοβάμαι πως το πρώτο βήμα θα σου είναι δύσκολο, είπε το Πνεύμα.  Αλλά μετά θα συνεχίσεις όπως ένα σπίτι που παίρνει φωτιά.  Όταν μάθεις να θέλεις και Κάποιον Άλλον εκτός από τον Μάικλ.  Δε λέω να θέλεις  Κάποιον Άλλο «περισσότερο από τον Μάικλ», τουλάχιστον όχι στην αρχή.  Αυτό θα συμβεί αργότερα.  Αρκεί το μικρό σπέρμα της επιθυμίας για τον Θεό, για να μπορέσουμε να ξεκινήσουμε τη διαδικασία.
      -Α, εννοείς τη θρησκεία και τα παρόμοια; Δεν είναι  η κατάλληλη στιγμή… Άσε που να τα λες αυτά εσύ… Τέλος πάντων.  Θα κάνω ό,τι είναι απαραίτητο.  Τι θέλεις να κάνω ;  Άντε πες.  Όσο πιο σύντομα ξεκινήσω, τόσο πιο σύντομα θα με αφήσουν να δω το παιδί μου. Είμαι έτοιμη.
      -Μα, Παμ, σκέψου λίγο ! Δε βλέπεις, ότι δεν πας πουθενά μ’ αυτή τη λογική ; Βλέπεις το Θεό μόνο  σαν ένα μέσο για να φτάσεις στον Μάικλ. Αλλά η όλη θεραπεία σου συνίσταται στο να μάθεις να επιθυμείς το Θεό γι’ αυτόν Τον ίδιο.
      -Δε θα μιλούσες έτσι αν ήσουνα μητέρα.
      -Εννοείς, αν ήμουνα μόνο μητέρα.  Αλλά δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα.  Κανείς δεν είναι μόνο μητέρα. Υπήρξες μητέρα του Μάικλ μόνο και μόνο επειδή πρώτα απ’ όλα υπήρξες σαν πλάσμα του Θεού.  Αυτή η σχέση είναι πιο παλιά και πιο στενή.  Όχι, άκου Παμ ! Και  Αυτός  αγαπάει.  Και Αυτός  υπέφερε.  Και  Αυτός  περίμενε πολύ καιρό.
      -Αν με αγαπούσε, θα με άφηνε να δω το γυιό μου.  Αν με αγαπούσε, γιατί πήρε τον Μάικλ από κοντά μου;  Δεν ήθελα να το θίξω αυτό, αλλά, ξέρεις, είναι αρκετά δύσκολο να συγχωρείς.
      -Μα ήταν υποχρεωμένος να πάρει τον Μάικλ μακριά σου. Μερικώς για δικό του καλό…
      -Είμαι βέβαιη πως έκανα ό,τι μπορούσα για να κάνω τον Μάικλ ευτυχισμένο.  Θυσίασα ολόκληρη τη ζωή μου…
      -Οι άνθρωποι δεν μπορούν να κάνουν πραγματικά ευτυχισμένους τους άλλους για πολύ καιρό.  Και κατά δεύτερο λόγο, για το δικό σου καλό. Ήθελε η απλά ενστικτώδης αγάπη που είχες για το παιδί σου (ακόμα και οι τίγρεις τρέφουν αυτή την αγάπη, ξέρεις!), να μεταλλαχθεί σε κάτι καλύτερο. Ήθελε ν’ αγαπάς τον Μάικλ όπως Αυτός κατανοεί την αγάπη.  Δεν μπορείς ν’ αγαπάς πλήρως τον πλησίον σου πριν αγαπήσεις τον Θεό.  Μερικές φορές αυτή η μεταλλαγή μπορεί να γίνει ενώ η ενστικτώδης αγάπη είναι υγιής.  Αλλά προφανώς αυτό δεν ίσχυε στη δική σου περίπτωση. Το ένστικτο ήταν ανεξέλεγκτο, άγριο κα μανιακό. (Ρώτα την κόρη σου, ή τον σύζυγό σου. Ρώτα την μητέρα μας. Δεν την έχεις σκεφτεί ούτε μια φορά.) Η μόνη λύση ήταν να απομακρύνει το αντικείμενο αυτής της αγάπης.  Ήταν μια περίπτωση που απαιτούσε εγχείρηση.  Όταν διεστράφη το πρώτο αυτό είδος αγάπης, τότε απέμεινε μόνο η ελπίδα πως μες στη μοναξιά σου, στην ησυχία, κάτι άλλο μπορούσε να αναπτυχθεί.
      -Όλα αυτά είναι ανοησίες, σκληρές και κακές ανοησίες. Με ποιο δικαίωμα λες τέτοια πράγματα για τη Μητρική Αγάπη; Είναι το ανώτερο και πιο ιερό συναίσθημα στην ανθρώπινη φύση.
      -Παμ, κανένα φυσικό συναίσθημα δεν είναι υψηλό ή ποταπό, ιερό ή ανίερο από μόνο του. Είναι όλα ιερά όταν το χέρι του Θεού τα καθοδηγεί.  Αντιθέτως όλα διαστρέφονται όταν αυτονομούνται και ειδωλοποιούνται στη θέση του Θεού.
       -Η αγάπη μου για τον Μαικλ ποτέ δε θα διαστρέφονταν.  Ποτέ ακόμα κι αν ζούσαμε μαζί για εκατομμύρια χρόνια.
      -Κάνεις λάθος.  Και θα έπρεπε να το ξέρεις. Δε γνώρισες ποτέ εκεί κάτω μητέρες που έχουν τους γυιούς τους μαζί τους στην Κόλασι;  Μήπως η αγάπη τους γι’ αυτούς τους κάνει ευτυχισμένους ;
      -Αν εννοείς ανθρώπους  σαν τη Γκάθρι και τον άθλιο Μπόμπι της και βέβαια όχι.  Δε φαντάζομαι να υπονοείς πως… Αν εγώ είχα μαζί μου τον Μάικλ, θα ήμουν απόλυτα ευτυχισμένη, ακόμα κι εκεί κάτω.  Δε θα μιλούσα συνέχεια γι’ αυτόν ίσαμε να μισήσουν όλοι ακόμα και τον ήχο του ονόματός του, όπως κάνει Γουίφρεντ Γκάθρι με τον κανακάρη της.  Εγώ δε θα τσακωνόμουν με όσους δε θα του έδιναν πολλή σημασία, ούτε μετά θα ζήλευα όταν του έδιναν.  Δε θα τριγυρνούσα κλαψουρίζοντας και κάνοντας παράπονα πως δεν είναι καλός μαζί μου.  Γιατί, θα ήταν πάντα καλός μαζί μου.  Μην τολμήσεις να υπαινιχθείς, ότι υπήρχε περίπτωση να γίνει  ο Μάικλ σαν το παιδί της Γκάθρι.  Υπάρχουν κάποια πράγματα που δεν τ’ ανέχομαι.
      -Αυτά που παρατήρησες στους Γκάθρι, είναι αυτό που συμβαίνει τελικά στη φυσική στοργή αν δε μεταλλαχθεί,
      -Είναι ψέμα.   Ένα κακόβουλο, σκληρό ψέμα.  Πώς μπορεί κανείς ν’ αγαπήσει τον γυιό του πιο πολύ απ’ όσο αγάπησα εγώ τον δικό μου; Μήπως δεν έζησα μόνο με την ανάμνηση του όλα αυτά τα χρόνια;
      -Αυτό ήταν μάλλον λάθος, Παμ.  Βαθιά μέσα στην καρδιά σου το ξέρεις πως ήταν.
      -Ποιο ήταν λάθος;
      -Όλα αυτά τα δέκα  χρόνια τελετουργικού πένθους,  Να διατηρείς το δωμάτιό του ακριβώς όπως το άφησε, να κρατάς τις επετείους, να αρνιέσαι ν’ αφήσεις εκείνο το σπίτι παρ’ όλο που ο Ντικ και η Μιουριέλ είχαν γίνει ερείπια εκεί μέσα.
      -Δεν τους ένοιαζε. Το ξέρω.  Σύντομα έμαθα να μην περιμένω καμία συμπαράσταση από αυτούς.
      -Κάνεις λάθος.  Κανένας πατέρας δεν πόνεσε περισσότερο για το θάνατο του γυιού του από τον Ντικ. Πολύ λίγες κοπέλες αγάπησαν τον αδελφό τους περισσότερο από την Μιούριελ.  Δεν επαναστάτησαν ενάντια  στον Μάικλ αλλά ενάντια σε σένα, ενάντια στην τυραννία που επέβαλλε το παρελθόν στη ζωή τους.  Και ούτε καν το παρελθόν του Μάικλ, αλλά το δικό σου.
      -Είσαι άκαρδος.  Όλοι είναι άκαρδοι.  Το παρελθόν ήταν ό,τι μου είχε απομείνει.
      -Ήταν όλα όσα είχες επιλέξει να σου απομείνουν.  Ήταν λάθος τρόπος να μεταχειριστείς τη θλίψη σου.  Ήταν αιγυπτιακός τρόπος, σαν τη μουμιοποίηση ενός νεκρού σώματος.
      -Α, ναι, φυσικά κι έκανα λάθος. Οτιδήποτε λέω ή  κάνω, είναι λάθος σύμφωνα με σένα.
      -Μα και βέβαια!  Είπε το Πνεύμα, ακτινοβολώντας αγάπη και ιλαρότητα έτσι που τα μάτια μου θάμπωσαν.  Αυτό ακριβώς ανακαλύπτουμε όλοι όταν φτάνουμε σε αυτή τη χώρα.  Όλοι κάναμε λάθος!  Αυτό είναι το μεγάλο αστείο της υπόθεσης. Δεν υπάρχει ανάγκη να παριστάνει κανείς πως είχε δίκιο! Μετά από αυτό αρχίζουμε να ζούμε.
      -Πώς τολμάς να γελάς; Δώσε μου το παιδί μου. Μ’ ακούς; Δε δίνω δεκάρα για τους νόμους και τους κανόνες σου.  Δεν πιστεύω σε ένα Θεό που χωρίζει τη μητέρα από το γυιό της.  Πιστεύω σε ένα Θεό της αγάπης.  Κανείς δεν είχε το δικαίωμα να μπει ανάμεσα σε μένα και στο γυιό μου. Ούτε καν ο Θεός.  Πες το Του στα μούτρα Του. Θέλω το γυιό μου.  Και το εννοώ πως θα τον πάρω. Είναι δικός μου, με καταλαβαίνεις; Δικός μου, δικός μου, ολόδικός μου για πάντα.
      -Θα είναι, Παμ. Όλα θα γίνουν δικά σου.  Ο Θεός ο Ίδιος θα γίνει δικός σου.  Αλλά όχι με αυτόν τον τρόπο.  Τίποτα δεν μπορεί να γίνει δικός σου εκ φύσεως.
      -Τι; Ούτε καν ο ίδιος μου ο γυιός, που τον γέννησα από το ίδιο μου το σώμα;
     -Και πού είναι το σώμα σου τώρα; Δεν ήξερες, ότι η Φύση έχει ένα τέλος; Κοίτα! Ο ήλιος προβάλλει εκεί πίσω από τα βουνά. Θα φανερωθεί όπου να ‘ναι.
      -Ο Μάικλ είναι δικός μου.
      -Πώς είναι δικός σου; Δεν τον δημιούργησες εσύ. Η Φύση τον έκανε να μεγαλώσει μέσα στο σώμα σου, χωρίς τη θέλησή σου. Για να μην πω ενάντια στη θέλησή  σου…  Πολλές φορές ξεχνάς ότι δεν ήθελες να συλλάβεις παιδί τότε.  Στην αρχή ο Μάικλ ήταν ένα Ατύχημα.
      -Ποιος σου το είπε αυτό; Είπε το Φάντασμα και μετά, αφού συνήλθε : Είναι ψέμα. Δεν είναι αλήθεια. Και δεν σε αφορά.  Μισώ τη θρησκεία σου και μισώ και απεχθάνομαι τον Θεό σου.  Εγώ πιστεύω σε ένα Θεό της Αγάπης.
      -Ωστόσο, Παμ αυτή τη στιγμή δεν έχεις ίχνος αγάπης για τη μητέρα σου ή για μένα.
      -Α, τώρα κατάλαβα! Αυτό είναι τελικά το πρόβλημα, έτσι; Μα καλά, Ρέτζιναλντ! Το να πληγωθείς επειδή…
      -Θεέ και Κύριε! Είπε το Πνεύμα γελώντας τρανταχτά. Μην αγχώνεσαι γι’ αυτό! Δεν το ξέρεις ότι δεν μπορείς να πληγώσεις κανέναν σε αυτήν εδώ την χώρα;
        Το φάντασμα έμεινε σιωπηλό, με ανοικτό ο στόμα.  Για μια στιγμή μου φάνηκε πιο πληγωμένη από αυτή την τελευταία διαβεβαίωση παρά από οτιδήποτε άλλο είχε ειπωθεί.
       -Έλα. Θα πάμε λίγο παραπέρα, είπε ο Δάσκαλος μου, απλώνοντας το χέρι του στο μπράτσο μου.
      -Γιατί με απομάκρυνες, κύριε; Είπα μόλις βγήκαμε έξω από το ακουστικό πεδίο του δυστυχισμένου Φαντάσματος.
      Ξέρεις μπορεί να πάρει αρκετή ώρα αυτή η συζήτηση, είπε  ο Δάσκαλος μου, κι εσύ άκουσες ήδη αρκετά για να καταλάβεις ποια θα είναι η επιλογή.
      -Υπάρχει καμία ελπίδα γι’ αυτήν, κύριε;
      -Ναι, υπάρχει κάποια ελπίδα. Ό,τι αποκαλεί αγάπη για το γυιό της έχει διαστραφεί σε ένα πράγμα αξιολύπητο, ακανθώδες, δεσποτικό.  Αλλά υπάρχει ακόμα εκεί μια μικρή σπίθα από κάτι, που δεν περιέχει μόνο τον εαυτό της. Αυτή η σπίθα θα μπορούσε να μετατραπεί σε φλόγα.
      -Τότε μερικά φυσικά συναισθήματα είναι πράγματι καλύτερα από κάποια άλλα θέλω να πω, είναι ένα καλύτερο σημείο εκκίνησης προς την αλήθεια;
      - Καλύτερα και χειρότερα.  Υπάρχει κάτι μέσα στη φυσική στοργή, που μπορεί να την οδηγήσει στην αιώνια αγάπη πιο εύκολα απ’ όσο μπορεί η φυσική επιθυμία.  Αλλά υπάρχει επίσης κάτι μέσα της, που τη διευκολύνει να σταματήσει στο φυσικό επίπεδο και να τη νομίσει κάποιος για την αιώνια αγάπη.  Πιο εύκολα μπορεί κανείς να περάσει τον μπρούντζο για χρυσό παρά τον πηλό. Κι αν τελικά αρνηθεί τη μεταλλαγή, η διαστροφή της θα είναι πολύ χειρότερη από τη διαστροφή που προέρχεται από ό,τι αποκαλείς τα χυδαιότερα πάθη.  Είναι ένας πιο ισχυρός άγγελος και επομένως, όταν εκπίπτει, ένας δαιμονικότερος διάβολος.
      -Δε νομίζω κύριε, ότι θα τολμούσα ποτέ να το επαναλάβω αυτό  στη Γη, είπα εγώ. Θα έλεγαν πως είμαι απάνθρωπος, ότι πιστεύω στην απόλυτη εξαχρείωση, ότι επιτίθεμαι ενάντια στο καλύτερο και πιο ιερό πράγμα.  Θα με αποκαλούσαν…
      -Μπορεί να μη σου έκανε μεγάλο κακό αν το έκαναν, είπε αυτός με (νομίζω ) σπινθηροβόλο βλέμμα.
      -Μα πώς να τολμήσει κανείς, που να βρει το θράσος να πάει σε μια χαροκαμένη μάνα, μες το πένθος της, όταν ο ίδιος δεν έχει περάσει από την ίδια κατάσταση…
      -Όχι ,όχι, παιδί μου, αυτό δεν είναι δική σου δουλειά.  Δεν είσαι ακόμα έτοιμος για κάτι τέτοιο. Όταν ραγίσει η δική σου καρδιά, θα έρθει καιρός για να σκεφτείς να μιλήσεις.  Αλλά κάποιος πρέπει να πει γενικά, ό,τι δεν έχει ειπωθεί ανάμεσά σας εδώ και τόσα χρόνια : πως η αγάπη, όπως την καταλαβαίνουν οι θνητοί, δεν είναι αρκετή.  Κάθε φυσική αγάπη θ’ αναστηθεί και θα ζήσει για πάντα σε τούτη εδώ τη χώρα.  Αλλά ούτε μία δε θα αναστηθεί χωρίς προηγουμένως να έχει «πεθάνει».
      -Αυτά τα λόγια μάς είναι σχεδόν αβάσταχτα.
      -Ναι, αλλά είναι απάνθρωπο να μην τα πει κανείς.  Αυτοί που το ξέρουν, φοβούνται να το ξεστομίσουν. Γι αυτό οι λύπες που κάποτε είχαν την ιδιότητα να εξαγνίζουν, τώρα απλώς γεμίζουν πύον.
      -Τότε ο Κητς έκανε λάθος, όταν έλεγε πως ήταν σίγουρος για την αγιότητα των συναισθημάτων της καρδιάς.
      -Αμφιβάλλω αν ήξερε με σαφήνεια τι ήθελε να πει.  Αλλά εσύ κι εγώ πρέπει να είμαστε ξεκάθαροι.  Υπάρχει μόνο ένα καλό και αυτό είναι ο Θεός. Οτιδήποτε άλλο είναι καλό όταν προσβλέπει σε Αυτόν και κακό όταν απομακρύνεται από Αυτόν. Όσο δυναμικότερο είναι κι όσο ψηλότερα βρίσκεται κάτι μέσα στην φυσική τάξη, τόσο πιο δαιμονικό θα είναι αν επαναστατήσει.  Οι δαίμονες δεν γίνονται από κακά ποντίκια ή από κακούς ψύλλους, αλλά από κακούς αρχαγγέλους.  Η ειδωλοποίηση της λαγνείας είναι ευτελέστερη από την ειδωλοποίηση της μητρικής αγάπης, του πατριωτισμού, ή της τέχνης.  Αλλά η λαγνεία είναι λιγότερο πιθανό να αναχθεί σε θρησκεία. Μα, κοίτα!
       Είδα να έρχεται προς το μέρος μας ένα Φάντασμα που κουβαλούσε κάτι στον ώμο του.  Ήταν και αυτό ανυπόστατο όπως όλα τα Φαντάσματα, αλλά όλα διέφεραν μεταξύ τους όπως διαφέρει ο καπνός.  Μερικά ήταν ασπριδερά, αυτό ήταν σκούρο και λαδωμένο.  Αυτό που καθόταν στον ώμο του, ήταν μια μικρή κόκκινη σαύρα, που τίναζε την ουρά της σα μαστίγιο και ψιθύριζε λόγια στο αυτί του.  Όταν τον είδαμε, έστρεψε το κεφάλι του προς το ερπετό και γρύλισε μ’ έναν τόνο ανυπομονησίας:
      -Βούλωσέ το, σου λέω!
       Το ερπετό κούνησε την ουρά του και συνέχισε να του ψιθυρίζει. Σταμάτησε να γρυλίζει και βάλθηκε να χαμογελάει. Έπειτα έστρεψε κ άρχισε να κουτσαίνει προς τα δυτικά, μακριά από τα βουνά.
      -Φεύγεις κιόλας, ακούστηκε μια φωνή.
       Ο ομιλητής είχε λίγο πολύ ανθρώπινο σχήμα αλλά ήταν μεγαλύτερος από άνθρωπο και τόσο φωτεινός, που μετά βίας μπορούσα να τον κοιτάξω.  Η παρουσία του μου προκαλούσε πόνο στα μάτια και στο σώμα, γιατί ακτινοβολούσε θερμότητα και φώς, όπως ο πρωινός ήλιος στο ξεκίνημα μια τυραννικής καλοκαιρινής ημέρας.
      -Ναι, φεύγω, είπε το Φάντασμα. Ευχαριστώ για τη φιλοξενία που μου προσφέρατε  αλλά το βλέπεις, είναι μάταιη.  Είπα στον φιλαράκο από ’δω (έδειξε τη Σαύρα), ότι θα έπρεπε να κάτσει ήσυχος αν ήθελε να έρθει, κάτι στο οποίο επέμενε.  Φυσικά αυτά που κάνει δεν είναι για εδώ, το ξέρω αυτό.  Αλλά δε λέει να σταματήσει. Θα πρέπει λοιπόν να γυρίσω πίσω.
     - Θα ήθελες να τον κάνω να ησυχάσει, είπε το Φλεγόμενο Πνεύμα, που τώρα κατάλαβα ότι ήτα άγγελος.
      - Φυσικά θα το ήθελα, είπε το Φάντασμα.
      -Τότε θα το σκοτώσω, είπε ο Άγγελος, προχωρώντας ένα βήμα μπροστά.
       -Αχ, αα, πρόσεξε! Με καις! Μείνε μακριά, είπε το Φάντασμα, πισωπατώντας.
      -Δε θέλεις να το σκοτώσω;
       -Δεν είπες στην αρχή ότι θα το σκοτώσεις.  Δε θέλω να σε απασχολώ με κάτι δραστικό.
      - Είναι ο μόνος τρόπος, είπε ο ‘Αγγελος, που τώρα τα φλεγόμενα χέρια του ήταν πολύ κοντά στη Σαύρα. Μπορώ να το σκοτώσω;
      - Ναι, αυτό είναι διαφορετική ερώτηση.  Είμαι πρόθυμος να το σκεφτώ  αλλά είναι διαφορετικό, έτσι δεν είναι; Θέλω να πω, ότι για την ώρα σκεφτόμουν απλά να το κάνεις να ησυχάσει, γιατί εδώ πάνω είναι τόσο εξευτελιστικό!
       -Μπορώ να το σκοτώσω;
       -Υπάρχει χρόνος να το συζητήσουμε αυτό αργότερα.
      -Δεν υπάρχει χρόνος.  Μπορώ να το σκοτώσω.
      -Ειλικρινά, δε νομίζω ότι υπάρχει παραμικρή ανάγκη να το κάνεις. Είμαι σίγουρος, ότι μπορώ να το βάλω σε τάξη τώρα. Νομίζω πως η σταδιακή διαδικασία είναι πολύ καλύτερη απ’ το να το σκοτώσεις.
      -Η σταδιακή διαδικασία είναι εντελώς άχρηστη.
      -Νομίζεις; Λοιπόν, θα σκεφτώ πολύ προσεκτικά όσα είπες.  Ειλικρινά.  Θα σε άφηνα να το σκοτώσεις τώρα, αλλά για να σου πω την αλήθεια δεν αισθάνομαι και πολύ καλά σήμερα. Θα ήταν ανόητο να το κάνω τώρα.  Θα πρέπει να είμαι σε καλή κατάσταση για την εγχείρηση. Κάποια άλλη μέρα ίσως.
      -Δεν υπάρχει άλλη μέρα. Όλες οι μέρες είναι παρούσες τώρα.
      -Κάνε πίσω! Με καις. Πώς μπορώ να σου πω να το σκοτώσεις; Θα με σκότωνες και μένα αν σε άφηνα.
      -Δεν είναι έτσι.
      -Γιατί αφού ήδη με πονάς.
      -Ποτέ δεν είπα ότι δε θα πονέσει.  Είπα ότι δε θα σε σκοτώσει.
      -Ξέρω. Νομίζεις πως είμαι δειλός.  Αλλά δεν είναι έτσι. Αλήθεια δεν είναι. Κοίτα! Άφησέ με να τρέξω πίσω με το βραδινό λεωφορείο και να πάρω μια γνώμη από τον προσωπικό μου γιατρό.  Θα έρθω ξανά την πρώτη στιγμή που θα μπορέσω.
      -Αυτή εδώ η στιγμή περιέχει όλες τις στιγμές.
      -Γιατί με βασανίζεις; Με εμπαίζεις. Πώς να σε αφήσω να με κάνεις κομμάτια;  Αν ήθελες να με βοηθήσεις, γιατί δε σκότωνες το αναθεματισμένο πράγμα χωρίς να με ρωτήσεις, χωρίς να το ξέρω.  Θα είχαν τελειώσει όλα τώρα, αν το είχες κάνει.
      -Δεν μπορώ να το σκοτώσω χωρίς τη θέλησή σου. Είναι αδύνατο. Έχω την άδειά σου;
       Τα χέρια του Αγγέλου είχαν σχεδόν αρπάξει τη Σαύρα. Τότε η Σαύρα άρχισε να μονολογεί στο Φάντασμα τόσο δυνατά που μπορούσα ν’ ακούσω καθαρά τι έλεγε.
      -Πρόσεχε, είπε. Μπορεί να κάνει αυτό που λέει.  Μπορεί να με σκοτώσει. Μια μοιραία λέξη σου και θα το κάνει! Μετά θα μείνεις χωρίς εμένα για πάντα. Είναι αφύσικο. Πώς θα μπορέσεις να ζήσεις; Θα είσαι σα φάντασμα και όχι ένας αληθινός άνδρας όπως είσαι τώρα. Αυτός δεν καταλαβαίνει. Είναι μόνο ένα ψυχρό, άσαρκο αφηρημένο πράγμα. Μπορεί να είναι φυσικό γι’ αυτόν αλλά όχι για μας. Ναι, ναι. Το ξέρω ότι τώρα πια δεν υπάρχουν αληθινές απολαύσεις, παρά μόνο όνειρα. Αλλά δεν είναι καλύτερα από το τίποτα; Θα είμαι τόσο καλός μαζί σου. Παραδέχομαι ότι πολλές φορές το παρατράβηξα στο παρελθόν, αλλά υπόσχομαι ότι δεν θα το ξανακάνω. Θα σου δίνω μόνο όμορφα όνειρα, γλυκά και αγνά και σχεδόν αθώα. Μπορείς να πεις ότι θα ‘ναι σχεδόν αθώα…
      -Μου δίνεις την άδειά σου; Είπε ο Άγγελος στο Φάντασμα.
      -Το ξέρω ότι θα με σκοτώσει.
      -Δε θα σε σκοτώσει. Αλλά ακόμα και αν σε σκότωνε…;!
      -Έχεις δίκιο. Θα ήταν καλύτερα να ήμουν νεκρός παρά να ζω με αυτό το πλάσμα.
      -Τότε μπορώ;
      -Που να σε πάρει ! Κάνε το, τι περιμένεις; Τελείωσέ το. Κάνε ό,τι καταλαβαίνεις, ούρλιαξε το Φάντασμα. Και τελείωσε την πρότασή του κλαψουρίζοντας :
      -Θεέ μου βοήθησέ με ! Θεέ μου βοήθησέ με !
      Σε μια στιγμή το Φάντασμα έβγαλε μια κραυγή αγωνίας, τέτοια που όμοιά της  δεν ν ξανακούστηκε στη Γή. Ο Φλεγόμενος Άγγελος έσφιξε στην πύρινη γροθιά  του τη σαύρα, και μετά την εκσφενδόνισε διαλυμένη στο γρασίδι.
      -Ααα ! Τελείωσε, είπε το Φάντασμα με κομμένη την ανάσα, ξεδιπλώνοντας το σώμα του προς τα πίσω.
       Για λίγη ώρα δεν μπορούσα να διακρίνω τίποτα.  Έπειτα, ανάμεσα σε μένα και στον πιο κοντινό μου θάμνο, είδα, εμφανώς στέρεο και ολοένα και πιο συμπαγές κάθε στιγμή που περνούσε, το χέρι και την ωμοπλάτη ενός άνδρα. Μετά, πιο φωτεινά και δυνατότερα, τα πόδια και τις παλάμες. Ο λαιμός και το χρυσό κεφάλι διαμορφώνονταν καθώς παρακολουθούσα, και αν η προσοχή μου δεν είχε στραφεί αλλού, θα είχα δει την πλήρη μορφοποίηση ενός άνδρα. Ενός θεόρατου άνδρα γυμνού, όχι πολύ μικρότερου σε μέγεθος από τον άγγελο. Αυτό που μου απέσπασε την προσοχή ήταν το γεγονός, πως την ίδια ακριβώς στιγμή κάτι φάνηκε να συμβαίνει στη Σαύρα. Στην αρχή νόμισα πως η εγχείρηση είχε αποτύχει. Αντί να πεθαίνει, το πλάσμα συνέχιζε να πολεμάει και μάλιστα όσο πολεμούσε τόσο μεγάλωνε. Και καθώς μεγάλωνε, έπαιρνε ν’ αλλάζει. Τα οπίσθια μέρη της άρχισαν να στρογγυλεύουν  Η ουρά της, ενώ κουνιόταν ακόμα, έγινε ουρά με τρίχες που τρεμόπαιζαν ανάμεσα σε τεράστια και γυαλιστερά καπούλια.  Ξαφνικά τραβήχτηκα πίσω τρίβοντας τα μάτια μου. Αυτό που βρισκόταν μπροστά στα μάτια μου ήταν ο πιο μεγαλόπρεπος επιβήτορας που είχα δει ποτέ, ασημόλευκος μα με χρυσή ουρά και χαίτη. Ήταν στιλπνός και λαμπερός, με γραμμωτούς μύες, χλιμίντριζε και χτυπούσε τις οπλές του. Σε κάθε χτύπο το έδαφος έτρεμε και τα δέντρα αντηχούσαν.
        Ο νεοσύστατος άνδρας γύρισε και χάιδεψε τη ράχη του νέου αλόγου. Αυτό μύρισε το λαμπρό του σώμα. Άλογο καi καβαλάρης μύρισαν ο ένας τα χνώτα του άλλου. Στη συνέχεια ο άνδρας έπεσε στα πόδια του Φλεγόμενου Αγγέλου και τα αγκάλιασε ευχαριστώντας τον.  Όταν ανασηκώθηκε νόμιζα πως το πρόσωπό του ήταν δακρυσμένο, αλλά μπορεί να ήταν μόνο η υγρή αγάπη και λαμπρότητα (δεν μπορεί κανείς να τα ξεχωρίσει εύκολα σε αυτή τη χώρα), που ξεχύνονταν από αυτόν. Δεν πρόλαβα να το ξεχωρίσω.  Με μια ευκίνητη βιασύνη ο νέος άνδρας πήδηξε στη ράχη του αλόγου, γύρισε, αποχαιρέτησε και μετά τσίνησε το άλογο με τις φτέρνες του. Είχαν απομακρυνθεί πριν καλά-καλά συνειδητοποιήσω τι συνέβη. Κάλπαζαν σαν τον άνεμο! Πετάχτηκα  όσο πιο γρήγορα μπορούσα από τους θάμνους για να τους ακολουθήσω με το βλέμμα μου, αλλά ήδη έμοιαζαν σαν ένα πεφταστέρι μακριά μέσα στην πράσινη πεδιάδα και σύντομα ανάμεσα  στους πρόποδες των βουνών. Ύστερα, σαν ένα αστέρι ακόμα, τους είδα να σκαρφαλώνουν με πελώρια βήματα, κάθε στιγμή όλο και πιο γρήγορα, έως εξαφανίστηκαν, μέσα στο φωτεινό ρόδινο χρώμα αυτού του ατέλειωτου πρωινού.
        Ενώ ακόμα τους παρακολουθούσα, συνειδητοποίησα πως ολόκληρη η κοιλάδα και το δάσος σείονταν στο άκουσμα ενός ήχου, που για τον κόσμο μας ήταν πολύ δυνατός για τον αντέξουμε, αλλά εδώ μπορούσα να τον ακούω με μεγάλη χαρά. Ήξερα πως δεν ήταν οι Λαμπροί Άνθρωποι αυτοί που τραγουδούσαν. Ήταν η φωνή εκείνης της γης, εκείνων των νερών κι εκείνων των δένδρων. Μια παράξενη, αρχαία, ανόργανη φωνή, που ερχόταν από όλες τις κατευθύνσεις μονομιάς. Η Φύση ή Αρχαία-Φύση εκείνης της γης ευφραινόταν που για μια ακόμα φορά την είχε διασχίσει και επομένως ολοκληρώσει ο άνθρωπος με το άλογο. Τραγουδούσαν:
        «Είπε ο Κύριος στον κύριό μας, Έλα. Αναπαύσου μαζί Μου και μοιράσου το Μεγαλείο Μου ώσπου όλες οι φύσεις, που ήταν εχθροί σου, γίνουν δούλοι και χορέψουν μπροστά σου, ράχες για να ιππεύσεις και στέρεο πάτημα για ν’ ακουμπήσεις τα πόδια σου.
       Πέρα από κάθε τόπο και χρόνο, θα σου δοθεί εξουσία που προέρχεται από τον κατεξοχήν Τόπο. Οι δυνάμεις που κάποτε αντιστρατεύονταν τη θέλησή σου, θα γίνουν υπάκουη φωτιά στο αίμα σου και παραδείσιος κεραυνός στη φωνή σου.
        Ανανέωσέ μας, έτσι ώστε, ανανεωμένοι πλέον, να μπορούμε να είμαστε οι εαυτοί μας.  Επιθυμούμε να έρθει η βασιλεία σου όπως ποθούμε την αυγή και τη δροσιά, την υγρασία, κατά τη γέννηση του φωτός.
        Κύριε, ο Κύριός σου, σου ανέθεσε δια παντός να είσαι αιώνια Βασιλιάς της Δικαιοσύνης και ο Αρχιερέας μας.»
      -Τα καταλαβαίνεις όλα αυτά, γυιέ μου: είπε ο Δάσκαλός μου.
      -Δεν είμαι σίγουρος ότι τα καταλαβαίνω όλα κύριε, είπα εγώ. Έχω δίκιο που νομίζω πως η Σαύρα στ’ αλήθεια μεταμορφώθηκε σε εκείνο το Άλογο;
      -Βέβαια. Αλλά πρώτα θανατώθηκε Δεν πρέπει να ξεχάσεις αυτό το κομμάτι της ιστορίας.
      -Θα προσπαθήσω να μην το ξεχάσω, κύριε. Αλλά αυτό σημαίνει πως όλα, οτιδήποτε έχουμε μέσα μας μπορεί να πάει στα Βουνά;
      -Τίποτα, ακόμα και το πιο καλό και ευγενές δεν μπορεί να πάει στην παρούσα μορφή του. Όλα, ακόμα και το πιο ποταπό και το πιο κτηνώδες, θα ανυψωθούν ξανά αν αφεθούν στο θάνατο. Όπου σπέρνεται φυσικό σώμα, ωριμάζει ένα σώμα πνευματικό. Σάρκα και αίμα δεν μπορούν να έρθουν στα βουνά. Όχι γιατί είναι χυδαία, αλά γιατί είναι πολύ αδύναμα. Τι είναι μια σαύρα συγκρινόμενη με έναν επιβήτορα; Η λαγνεία είναι ένα φτωχό, αδύναμο, κλαψιάρικο πράγμα, μπροστά στον πλούτο και την ενέργεια της επιθυμίας που θα αναδυθεί όταν η λαγνεία πεθάνει.
      -Όμως μπορώ να τους πω, όταν γυρίσω, ότι η λαγνεία αυτού του άνδρα αποδείχθηκε πολύ μικρότερο εμπόδιο από την αγάπη αυτής της δύστυχης γυναίκας για τον γυιό της; Γιατί αυτή ήταν, όπως και να τη δεις, υπερβολική αγάπη.
      -Δε θα τους πεις τίποτα τέτοιο!, απάντησε με σθένος. Υπερβολική αγάπη είπες; Δεν υπήρχε υπερβολή, υπήρχε στρέβλωση. Αγαπούσε το γυιό της πολύ λίγο.  όχι υπερβολικά. Δεν ξέρω πως θα πάει τελικά η κατάστασή της, αλλά είναι πολύ πιθανό αυτή τη στιγμή να ζητάει να πάρει το γυιό της μαζί της στην Κόλαση. Αυτού του είδους οι άνθρωποι είναι έτοιμοι να βουλιάξουν μέσα στην ατελείωτη δυστυχία τον άνθρωπο που ισχυρίζονται πως αγαπάνε, αρκεί μόνο να μπορούν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να τον κατέχουν. Όχι, όχι. Πρέπει να βγάλεις ένα διαφορετικό συμπέρασμα. Πρέπει να αναρωτηθείς το εξής : Αν η αναστημένη μορφή, ακόμα και της λαγνείας, είναι τόσο μεγαλοπρεπής όσο και ο επιβήτορας που είδες, πώς θα είναι η μορφή της μητρικής αγάπης ή της φιλίας;
     



        O C.S.LEWIS  Είναι διάσημος στον Αγγλοσαξωνικό κόσμο, όχι μόνο ως συγγραφέας παραμυθιών, αλλά και ως «απολογητής του χριστιανισμού». Η δεύτερη αυτή πλευρά του έργου του είναι άγνωστη στην Ελλάδα.
        Στην Ελλάδα ο όρος «απολογητής» είναι σχεδόν κακόφημος. Χαρακτηρίζει κάποιον που δεν ενδιαφέρεται για την αλήθεια, αλλά πώς φανατικά θα δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα μια αυθαίρετης πίστης. Χάθηκε η αρχαία σημασία του όρου που ήταν εξήγηση, στον άσχετο και στον πολέμιο, της σταυρωμένης χριστιανικής Αλήθειας.
        Ένα σπουδαίο έργο, α π ο λ ο γ η τ ι κ ό  με την αρχαία-αυθεντική σημασία του όρου και συνάμα συναρπαστικό χάρη στη μυθιστορηματική του υφή, είναι και το παρόν βιβλίο του  C.S.Lewis  για την κόλαση και τον Παράδεισο.

Clive Staples Lewis, THE GREAT DIVORCE, ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΔΙΑΖΥΓΙΟ, (ένα όραμα, σαν ένα όνειρο) εκδ.ΙΜ ΠΡΕΒΕΖΑΣ 2010, κατόπιν αδείας της C S LEWIS Company LtdB

     
       
          
      


                                                                                                                

Παρασκευή 7 Ιουλίου 2017



Η αγάπη του «Εχθρού» και η αγάπη του ανθρώπου

Αγαπητέ μου Άψινθε

        Σκέφθηκα πάρα πολύ το ζήτημα που περιέχει η τελευταία σου επιστολή.  Εάν όπως σου έχω καθαρά δείξει, όλα τα όντα έχουν  εκ φύσεως  τον ανταγωνισμό, και γι’ αυτό στις ιδέες του Εχθρού περί Αγάπης υπάρχει μια αντίφασις στους όρους, τι θα συμβή με τις επανειλημένες προειδοποιήσεις μου οτι πραγματικά αγαπά και θέλει την ελευθερία και τη μέλλουσα ζωή του ζωϋφίου που λέγεται άνθρωπος;  Ελπίζω, αγαπητό μου παιδί, ότι δεν έχεις δείξει σε κανέναν τις επιστολές μου.  Όχι ότι αυτό  έχει καμμιά σημασία.  Δεν ενδιαφέρει ποιός θα ιδή  ότι η φαινομενική αίρεσις στην οποία έχω πέσει είναι καθαρά τυχαία.  Επί τη ευκαιρία, φαντάζομαι ότι έχεις εννοήσει ότι μερικές προτάσεις φαινομενικά όχι φιλοφρονητικές για τον γέρο-Σκώρο θα του φαινόταν αστείες.  Έχω πράγματι μεγάλο σεβασμό σ’ αυτόν.  Και θα έχης εννοήσει ότι αστειευόμουν όταν σου έλεγα να μην ελπίζης ότι θα σε υπερασπίσω μπροστά στις εξουσίες μας. Μπορείς να έχης εμπιστοσύνη σε μένα. Αλλά να τα φυλάς όλα κλειδωμένα.
        Η αλήθεια είναι ότι εξ απροσεξίας εγλύστρησα μέχρι του να σε βεβαιώσω ότι ο Εχθρός αγαπά πραγματικά τους ανθρώπους.  Αυτό, φυσικά, είναι αδύνατο.  Αυτός είναι ένα Όν, από το οποίον οι άνθρωποι διαφέρουν. Το αγαθόν των, δεν μπορεί να είναι δικό Του.  Όλη αυτή η φλυαρία περί της αγάπης κρύβει κάτι άλλο.  Πρέπει να έχη μια πραγματική αιτία για να τους δημιουργήση και να ανησυχή τόσο πολύ γι’ αυτούς.  Ένας λόγος που θεωρούμε ότι είναι αδύνατο να τους αγαπά είναι οι ολοσχερείς αποτυχίες μας να εξηγήσωμε το πραγματικό κίνητρο της αγάπης αυτής.  Τι περιμένει απ’ αυτούς ;   Αυτό το πρόβλημα είναι άλυτο.  Δεν θα βλάψη εάν σου αποκαλύψω ότι το ζήτημα αυτό είναι η κυριώτερη αφορμή διαμάχης μεταξύ του Πατρός ημών και του Εχθρού.  Όταν για πρώτη φορά πλάσθηκε ο άνθρωπος, ο Εχθρός εδήλωσε και προείπε για κάποιο επεισόδιο γύρω από ένα σταυρό.  Τότε ο Πατήρ ημών, πολύ φυσικά ζήτησε μια συνέντευξι  και ρώτησε τον Εχθρό να του δώση μια εξήγησι.  Ο Εχθρός δεν ανταποκρίθηκε και δεν διευκρίνησε τίποτε άλλο, παρά μόνο είπε αυτή την τερατολογία περί ανιδιοτελούς αγάπης, την οποία ο Εχθρός κυκλοφορεί από τότε ακόμη.  Φυσικά, ο Πατήρ ημών δεν μπορούσε να το δεχτή αυτό.  Ικέτευσε τον Εχθρό να βάλη κάτω τα χαρτιά Του και Του έδωσε κάθε ευκαιρία γι αυτό.  Παραδεχόταν ότι ησθάνετο αγωνία να μάθη το μυστικό.  Ο Εχθρός απήντησε : «Εύχομαι με όλη μου την καρδιά να φθάσης εκεί».  Φαντάζομαι ότι το σημείο αυτό της συνεντεύξεως προκάλεσε τόσο πολύ την αηδία του Πατρός ημών μπροστά στη αδικαιολόγητη έλλειψι εμπιστοσύνης, ώστε τον παρακίνησε να αποτραβηχθή από την Παρουσία Του σε μια ατελείωτη διάστασι με  τέτοια ταχύτητα, ώστε απ’ αυτό να γεννηθή ο γελοίος μύθος ότι τάχα τον έδιωξαν δια της βίας  από τον Παράδεισο.   ‘Εκτοτε λοιπόν αρχίσαμε να βλέπωμε ότι ο Δυνάστης μας ήταν κρυψίνους.  Ο θρόνος του εξαρτάται από το μυστικό Του.  Τα μέλη της φατρίας Του συχνά παραδέχονται ότι εάν κάποτε εννοούσαμε τι εννοεί με την  Αγάπη, ο πόλεμος θα έπαυε και θα ξαναγυρίζαμε στον Παράδεισο.
        Κι εδώ είναι ο μεγάλος αγώνας μας. Γνωρίζομε ότι Αυτός δεν μπορεί να αγαπά πραγματικά.   Κανείς δεν μπορεί.   Αυτό είναι ακατανόητο.  Εάν μπορούσαμε μόνο να εννοήσωμε τον πραγματικό σκοπό Του !  Έχομε κάμει όλε τις υποθέσεις και δεν βήκαμε τίποτε.  Εν τούτοις δεν πρέπει να απελπιζώμαστε.  Οι πιο περίπλοκες θεωρίες, συλλογή όσο μπορούμε μεγαλύτερη  των δεδομένων, αμοιβές μεγαλύτερες στους ερευνητάς που φέρνουν νέα συμπεράσματα, σκληρότερες τιμωρίες για όσους αποτυγχάνουν – όλα αυτά που τα επιδιώκομε και τα επταχύνομε  μέχρι τώρα τις τελευταίες ημέρες, δεν μπορεί παρά να μας οδηγήσουν στην επιτυχία.
        Παραπονείσαι ότι δεν εννόησες καλά εάν στην τελευταία μου επιστολή ξεκαθαρίζω αν νομίζω τον «έρωτα»  επιθυμητό για τους ανθρώπους ή όχι.  Αλλά πράγματι, Άψινθε, αυτή είναι μια ερώτησις που μπορούν να την κάνουν οι άνθρωποι, όχι όμως εσύ!  Άφησέ τους να συζητούν εάν η «Αγάπη» ή ο πατριωτισμός, ή η αγαμία, ή τα κεριά στο θυσιαστήριο, ή η υδροποσία, ή η εκπαίδευσις είναι «καλά ή κακά».  Δεν βλέπεις ότι δεν υπάρχη απάντησις ;  Τιποτε δεν ενδιαφέρει  παρά η διάθεσις του ανθρώπου σε ωρισμένη περίστασι και σε ωρισμένη στιγμή, η οποία τον σπρώχνει προς τον Εχθρό ή προς εμάς.  Γι αυτό είναι πολύ καλό να κάμης τον «ασθενή» σου να αποφασίση εάν η Αγάπη είναι καλό ή κακό πράγμα. Εάν είναι αλαζών και καταφρονεί το σώμα μέχρι τέτοιου σημείου ώστε να νομίζη ότι είναι καθαρότης εκείνο   που είναι μάλλον υπερευεσθησία, εάν είναι από εκείνους οι οποίοι ευχαριστιούνται να εμπαίζουν ό,τι πλειονότης επιδοκιμάζει, τότε, χωρίς δισταγμό, εκπαίδευσέ τον εναντίον της Αγάπης.   Στάλαξέ μέσα του έναν υπεροπτικό ασκητισμό και τότε, αφού του στερήσης την σεξουαλικότητα από κάθε ανθρώπινο, βασάνισέ τον σεξουαλισμό του κατά τρόπο αφόρητο με αξιώσεις κτηνώδεις και κυνικές.
       Εάν όμως είναι ευσυγκίνητος και εύπιστος, θρέψε τον με κατωτέρας ποιότητος ποιητάς και πέμπτης τάξεως μυθιστοριογράφους της παλαιάς σχολής, μέχρις ότου πεισθή ότι ο Έρωτας  είναι  και ανίκητος και κάτι αξιόλογο.  Αυτό δεν μας βοηθεί πολύ για να διεγήρης περιπτωσιακές σεξουαλικές σχέσεις, είναι όμως μια μοναδική συνταγή– όταν τραβήξη πολύ – για ένα «ευγενικό» ρωμαντικό και τραγικό δόλωμα που καταλήγει – όταν όλα πάνε καλά - σε φόνους και αυτοκτονίες.  Εάν δεν γίνη αυτό, μπορεί να οδηγηθή σ’ ένα γάμο ωφέλιμο για μάς.  Διότι ο γάμος, αν και είναι εφεύρεσις του Εχθρού, ωφελεί κι’ εμάς.  Πρέπει να υπάρχουν στο περιβάλλον του «ασθενούς» σου πολλές νέες, που να μπορούν να κάμουν τη χριστιανική ζωή του πολύ δύσκολη, και να τον πείσης να πάρη σύζυγο μια απ αυτές.  Παρακαλώ, στείλε μου μια έκθεσι περί αυτού στην επόμενη επιστολή σου.  Στο μεταξύ ξεκαθάρισε εντελώς στο πνεύμα σου ότι το να είναι κανείς «Ον αγαπών» καθ’ εαυτό , δεν ευνοεί υποχρεωτικά ούτε εμάς ούτε την Άλλη Πλευρά.   Είναι απλώς μια περίπτωσις, με την οποία κι εμείς και ο Εχθρός προσπαθούμε να ασχολούμεθα.  Όπως πολλά άλλα πράγματα που διεγείρουν τους ανθρώπους – όπως η υγεία και η ασθένεια, η νεότης και τα γηρατειά, ο πόλεμος και η ειρήνη – από την άποψι της πνευματικής ζωής είναι ύλη ακατέργαστη.
                                                                       Ο στοργικός σου θείος
                                                                                ΤΥΛΙΧΤΗΣ

C.S. Lewis,ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΤΟΥ ΚΑΙΜΠΡΙΤΖ,ΤΑΚΤΙΚΗ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ,εκδ. Πουρναρά Αέκδοση 1974. Ανατύπωση 1993,2006 - C.S.Lewis, The screwtape Letters and Screwtape propose a toast, COLLINS ENGLAND