Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2025


 

Συνάντησι νεώτερου υἱοῦ μέ τόν Πατέρα


Πρίν φτάση στό σπίτι, ὁ πατέρας τόν βλέπει καί τρέχει. Χωρίς νά τοῦ πῆ τίποτε, πέφτει ὁλόκληρος στὀν τράχηλό του, τόν αγκαλιάζει καί τόν καταφιλεῖ.

Ἤδη ὁ γιὀς κατάλαβε, πῆρε τήν ἀπάντησι: ὁ πατέρας ἄκουσε τήν ἐξομολόγησι, τήν ξέρει πρίν τοῦ τήν πῆ. Βλέπει τόν γιὀ του πρίν γυρίση. Ἦταν μαζί του, χωρίς νά τόν βλέπη ὁ γιός. Αὐτός πού ἀγαπᾶ μέ τήν τέλεια ἀγάπη “ἀπών ὡς παρών συναναστρέφεται, μή ὁρώμενος ὑπό τινος” ( Ἀββᾶς Ἰσαάκ, λόγος κδ’).

Ὁ γιός ὅμως ἀρχίζει τήν ἐξoμολόγησι’ λέγεται μόνη της, βγαίνει ἀπό τήν καρδιά του, πρέπει νὰ ἐξωτερικευθῆ. Εἶναι μιά ἀνάσα πού πρέπει νά βγῆ ἀπό τά σπλάχνα του, γιά νά ἐλευθερωθῆ. Τήν λέει ὅπως ἀκριβῶς γεννήθηκε μέσα του, ἀλλά δέν τήν τελειώνει. Ἀναφέρει τό ἁμάρτημα, τό ἔγκλημά του, καί σταματᾶ. Δέν τολμᾶ νά συμπληρώσε τή φράσι ’νά ζητήση να γίνη δοῦλος τοῦ πατέρα. Τά χάνει μέ τόν χείμαρρο τῆς ἀγάπης ποὺ τόν παρασύρει, τόν διαλύει’ καί δέν μπορεῖ νά κάνει σ’ Ἀυτήν ὑποδείξεις. Ὁμολογεῖ τό ἔγκλημά του καί σιωπᾶ.

Τόν λόγο παίρνει ὁ πατέρας, πού μέ τόν ἴδιο τρόπο μιλᾶ ξεκάθαρα ἐν σιωπῇ: Δέν λέει τίποτε στό παιδί του γιά τόν ἑαυτό του’ οὔτε ἄν πόνεσε οὐτε πόσο πόνεσε, ὅταν ἔφυγε’ οὔτε πόσο χαίρετai ἤ ἄν χαίρεται, τώρα πού γύρισε. Αὐτά δέν λέγονται’ διαγράφονται ὅλα ὡς περιττά. Δέν μπορεῖ νά μιλήση σ’ αὐτόν τὀν γιό πού εἶναι ἄξιος τῆς σιγῆς, τῆς ἄφατης πατρικῆς του ἀγάπης. Πῶς να ἀρθρώση τά ἄρρητα ἤ πῶς νά μειώση τήν ἐνάργεια ὅσων λέγονται έν σιγῇ;

Στό γιό δέν λέει τίποτε. Ἡ μυσταγωγία τῆς σχέσώς τους ἱερουργεῖται σέ χῶρο βαθιᾶς σιωπῆς...


Ἀρχιμ. Βασιλείου, “Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ”, Ι.Μ. ΙΒΗΡΩΝ 2003

Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2025

 


Όταν ο άνθρωπος στρέφει το πρόσωπό του προς τον Πατέρα και στέκεται μόνος ενώπιoν του δημιουργού του κι μοναδικής προϋπόθεσης της ζωής του, τις στιγμές που κατορθώνει την υψηλότερη πνευματική όραση και συνειδητοποιεί καθαρά ποιος είναι ο προορισμός του, τότε που βρίσκεται μέσα στο ενδόμυχο δωμάτιο της λατρείας του προς τον Πατέρα, παρότι με οδύνη αντιλαμβάνεται πόσο διαφορετικός είναι από όλους όσους αγαπά πολύ, ταυτόχρονα νιώθει πολύ πιο κοντά με καθέναν από αυτούς, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι όταν τούς βλέπει με τα μάτια του ή όταν προσπαθεί να επικοινωνήσει μαζί τους με συμπόνια και ενσυναίσθηση. Η ανθρώπινη ψυχή, που έχει πολλά όργανα και τρόπους για να εκφραστεί και να επικοινωνήσει με τον άλλον άνθρωπο, συχνά νιώθει σαν φυλακισμένο μέσα σε κλουβί πουλί που έχει χάσει το κελάηδισμά του. Ακόμα και με όλα τα όργανά της σε πλήρη λειτουργία και απόδοση, η ανθρώπινη ψυχή δεν μπορεί να πλησιάσει τον συνάνθρωπο τόσο, όσο το καταφέρνει όταν προσεύχεται προς τον Πατέρα σε ένα ερημικό μέρος μακριά από τους ανθρώπους. Ο άνθρωπος που προσεύχεται, ανάλογα με την καθαρότητα της προσευχής του, γίνεται μια πνευματική δύναμη, ένα νεύρο που ξεκινά από τον θείο εγκέφαλο, μέσω του οποίου η δύναμη του Θεού έρχεται ξανά προς τους συνανθρώπους του. Ανακατανέμει τη θεία ευλογία, όχι με βάση το δικό του θέλημα –αυτό είναι ο βόρβορος της διαμεσολάβησης που παρέχουν οι κληρικοί- αλλά ως αδελφός με ανιδιοτέλεια και αγάπη για τον Θεό, υιοθετώντας μια στάση απέναντι στους ανθρώπους παρόμοια με αυτήν του Χριστού. Όταν ο άνθρωπος προσεύχεται για τον πλησίον, για τη σύζυγο, τον αδελφό ή τον φίλο του, ο σύνδεσμος που δημιουργείται μεταξύ τους είναι τόσο στενός εν Θεώ, που η ευλογία που ζητείται ίσως να φτάσει άνωθεν προτού καλά-καλά ολοκληρωθεί η προσευχή. Έτσι, ο άνθρωπος που προσεύχεται για τους άλλους γίνεται, σε πολύ μικρότερη κλίμακα, όπως ο κύριός του, ο Ιησούς Χριστός ο Δίκαιος, συνήγορος των ανθρώπων ενώπιον του Πατέρα. Φέρνει τον φίλο του ενώπιον του Θεού, ή τουλάχιστον πολύ κοντά, έτσι ώστε να επικοινωνήσει με τον Θεό έστω και έμμεσα.


George MacDonald,Τα θαύματα του Χριστού, “The Miracles of our Lord” Strahan & Co. London 1870, Εκδόσεις ΙΩΝΑΣ