Συνάντησι νεώτερου υἱοῦ μέ τόν Πατέρα
Πρίν φτάση στό σπίτι, ὁ πατέρας τόν βλέπει καί τρέχει. Χωρίς νά τοῦ πῆ τίποτε, πέφτει ὁλόκληρος στὀν τράχηλό του, τόν αγκαλιάζει καί τόν καταφιλεῖ.
Ἤδη ὁ γιὀς κατάλαβε, πῆρε τήν ἀπάντησι: ὁ πατέρας ἄκουσε τήν ἐξομολόγησι, τήν ξέρει πρίν τοῦ τήν πῆ. Βλέπει τόν γιὀ του πρίν γυρίση. Ἦταν μαζί του, χωρίς νά τόν βλέπη ὁ γιός. Αὐτός πού ἀγαπᾶ μέ τήν τέλεια ἀγάπη “ἀπών ὡς παρών συναναστρέφεται, μή ὁρώμενος ὑπό τινος” ( Ἀββᾶς Ἰσαάκ, λόγος κδ’).
Ὁ γιός ὅμως ἀρχίζει τήν ἐξoμολόγησι’ λέγεται μόνη της, βγαίνει ἀπό τήν καρδιά του, πρέπει νὰ ἐξωτερικευθῆ. Εἶναι μιά ἀνάσα πού πρέπει νά βγῆ ἀπό τά σπλάχνα του, γιά νά ἐλευθερωθῆ. Τήν λέει ὅπως ἀκριβῶς γεννήθηκε μέσα του, ἀλλά δέν τήν τελειώνει. Ἀναφέρει τό ἁμάρτημα, τό ἔγκλημά του, καί σταματᾶ. Δέν τολμᾶ νά συμπληρώσε τή φράσι ’νά ζητήση να γίνη δοῦλος τοῦ πατέρα. Τά χάνει μέ τόν χείμαρρο τῆς ἀγάπης ποὺ τόν παρασύρει, τόν διαλύει’ καί δέν μπορεῖ νά κάνει σ’ Ἀυτήν ὑποδείξεις. Ὁμολογεῖ τό ἔγκλημά του καί σιωπᾶ.
Τόν λόγο παίρνει ὁ πατέρας, πού μέ τόν ἴδιο τρόπο μιλᾶ ξεκάθαρα ἐν σιωπῇ: Δέν λέει τίποτε στό παιδί του γιά τόν ἑαυτό του’ οὔτε ἄν πόνεσε οὐτε πόσο πόνεσε, ὅταν ἔφυγε’ οὔτε πόσο χαίρετai ἤ ἄν χαίρεται, τώρα πού γύρισε. Αὐτά δέν λέγονται’ διαγράφονται ὅλα ὡς περιττά. Δέν μπορεῖ νά μιλήση σ’ αὐτόν τὀν γιό πού εἶναι ἄξιος τῆς σιγῆς, τῆς ἄφατης πατρικῆς του ἀγάπης. Πῶς να ἀρθρώση τά ἄρρητα ἤ πῶς νά μειώση τήν ἐνάργεια ὅσων λέγονται έν σιγῇ;
Στό γιό δέν λέει τίποτε. Ἡ μυσταγωγία τῆς σχέσώς τους ἱερουργεῖται σέ χῶρο βαθιᾶς σιωπῆς...
Ἀρχιμ. Βασιλείου, “Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ”, Ι.Μ. ΙΒΗΡΩΝ 2003

