Παρασκευή 23 Αυγούστου 2019


Μάλιστα το θέμα της «αειπαρθενίας» συνδέεται άμεσα με το θέμα της «παναγότητάς» της, γι’ αυτό λέμε «Παναγία» τη Θεοτόκο και όχι απλώς «Αγία».



Γιατί ο Λόγος του Πατρός πρέπει να σαρκωθεί από μια παρθένο κόρη; Διότι πρέπει να έρθει στην ιστορία ένας άλλος τρόπος γέννησης. Ο πρώτος τρόπος γέννησης, εκ της συναφείας ανδρός και γυναικός, γεννάει τον άνθρωπο της φύσεως που εμπεριέχει τη φθορά*. Αυτός είναι ο τρόπος γέννησης που γνωρίζει η ανθρώπινη ιστορία. Ο Λόγος του Θεού θα έρθει και θα σαρκωθεί μέσα από έναν άλλον τρόπο γέννησης, εντελώς νέο. Αυτός ο τρόπος γέννησης είναι όχι εκ της συναφείας ανδρός και γυναικός, αλλά εκ της σχέσεως κτιστού και ακτίστου. Έτσι η Παναγία, ενώ είναι γυναίκα και γεννάει όπως όλες οι γυναίκες, ξεπερνάει την έννοια του φύλου και γίνεται τρόπον τινά «άφυλη». Γίνεται «η άνθρωπος», όπως λέει ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός (η άνθρωπος, με θηλυκό άρθρο). Γι’ αυτό μπορεί να εκπροσωπεί  σύμπαν το ανθρώπινο γένος. Αυτή τη γέννηση «εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της παρθένου», την επαναλαμβάνει ο καθένας μας. Τη θέση της παρθένου Μαρίας, την παίρνει η παρθένος νύμφη Εκκλησία. Την πρώτη φορά γεννιόμαστε από τη συνάφεια ανδρός και γυναικός. Και γεννιόμαστε με προοπτική τον θάνατο. Από τη στιγμή της συλλήψεώς μας έχει αρχίσει ο θάνατός μας. Η προοπτική της υπάρξεώς μας είναι προοπτική θανάτου. Τη δεύτερη φορά, που θα γεννηθούμε μέσα από την ευχαριστιακή κοινότητα, γεννιόμαστε «εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της παρθένου». Είναι μια άλλη, μια άνωθεν γέννηση.

*Φθορά σημαίνει ότι ο άνθρωπος είναι υποδουλωμένος στον τρόπο νοήσεως του κτιστού. Δεν μπορεί μα νοήσει το άκτιστο, και να έρθει σε σχέση με το άκτιστο. Αυτή η αδυναμία αίρεται διά της σαρκώσεως του Λόγου.

Δημήτρης Μαυρόπουλος, ΔΙΕΡΧΟΜΕΝΟΙ ΔΙΑ ΤΟΥ ΝΑΟΥ, Εκδόσεις Δόμος

Πέμπτη 15 Αυγούστου 2019


Δυό λόγια τώρα και περί της αειπαρθενίας της Θεοτόκου, μιάς και είναι ένα θέμα που έχει θιγεί και θίγεται από όλες τις αιρετικές ομάδες.  Η Παναγία, διά της συλλήψεως και της κυήσεως, ουσιαστικά ενθεώνεται. Αυτό που παίρνει μέσα της δεν είναι απλώς μια «δύναμις»,  του Θεού, είναι όλη η θεότητα. Έτσι η Θεοτότος γίνεται άτρεπτη  στην κατάσταση της πτώσεως. Δεν μπορεί να έρθει σε συνάφεια με άνδρα και να πάει πίσω να επαναλάβει τον πρώτο τρόπο γέννησης. Έφερε στην ιστορία τον νέο τρόπο γέννησης. Είναι ίσως βλάσφημο αυτό που θα πω, αλλά θα το πω για να σας δείξω τί εννοώ.  Η Παναγία, αν ήταν να γεννήσει μετά τον Χριστό και άλλο παιδί, θα το γεννούσε εν παρθενία.  Η κατάστασή της η φυσική, η ύπαρξή της η φυσική αλλοιώνεται. Οι Πατέρες μιλάνε για τη λεγομένη «καλήν αλλοίωσιν».  Θα μπορούσαμε κι από τους βίους των Αγίων να χρησιμοποιήσουμε πολλά παραδείγματα, που δείχνουν πως όταν φθάνουν σ’ αυτή την αλλοίωση, δεν επιστρέφουν πίσω. Όχι γιατί δεν θέλουν, ούτε γιατί δεν μπορούν, αλλά γιατί είναι μια συνέπεια αυτού που έζησαν και αυτού  που έγιναν. Βρίσκονται σε μια άλλη κατάσταση υπάρξεως. Αλλάζει η κατάσταση υπάρξεως του ανθρώπου. Και αυτό σημαίνει το ευαγγελικό, ότι στη Βασιλεία  των ουρανών δεν υπάρχει γάμος.  Δεν θέλει το ευαγγέλιο να αναιρέσει τη σχέση του θήλεως και του άρρενος -μια σχέση που μέσα στην ιστορία υπάρχει βέβαια ως ρήξη (η οποία ρήξη όμως αναιρείται από τον Χριστό, κατά τον άγιο Μάξιμο). Ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο άρσεν και θήλυ για να φανερώσουν κοινωνία  προσώπων, εμφυτεύοντας τη δύναμη της επιθυμίας που γεννάει τον πόθο ώστε να φανερωθεί η αγάπη. Αυτός όμως ο διάλογος ανδρός και γυναικός εκτυλίσσεται μέσα στην ιστορία της πτώσεως με όρους θανάτου, ακόμα κι όταν εμφανίζεται ως ζωή. Και αυτή  ακριβώς η ιστορία της πτώσεως αναιρείται από έναν άλλον άνδρα και μια άλλη γυναίκα που έχουν εντελώς μιάν άλλη σχέση. Η μία είναι η Μαρία, ο άλλος είναι ο Εμμανουήλ.  Η μία είναι η Εκκλησία, ο άλλος είναι ο Νυμφίος Χριστός. Θέλω να πω ότι το «αειπάρθενον» της Παναγίας και η «παναγιότητά»  της δεν πηγάζουν απλώς από κάποια ευαγγελικά ή πατερικά χωρία. Πηγάζουν από την αντίληψη που έχουμε περί του τί σημαίνει ενθέωσις του ανθρώπου. Ενθέωσις ανθρώπου σημαίνει νέος τρόπος βιοτής, νέος τρόπος υπάρξεως. Θα  μπορούσαμε να τον ονομάσουμε «ο κατά φύσιν» τρόπος υπάρξεως, εάν «κατά φύσιν» τρόπος υπάρξεως είναι η συνεχής σχέση μας με τις άκτιστες δυνάμεις της θεότητας. Αυτή είναι η κατάσταση της ενθεώσεως. Γι’ αυτό η Παναγία είναι αειπάρθενος, και γι’ αυτό οι Πατέρες και τα τροπάριά μας μιλάνε περί του «αειπαρθένου» της Παναγίας.


 . . . θέλω να υπογραμμίσω ότι εκπροσωπεί τη μητέρα πάντων. Εκπροσωπεί ένα νέο τρόπο γεννήσεως. Αγαπώ τη μάνα μου γιατί μ’ έφερε στη ζωή, αλλά αγαπώ περισσότερο μια άλλη μάνα , γιατί με οδηγεί στην αιώνια ζωή.  Η Παναγία είναι μάνα μου, γιατί με προσάγει στον υιό της, στον Χριστό, σε μια άλλη ζωή.

Δημήτρης Μαυρόπουλος, ΔΙΕΡΧΟΜΕΝΟΙ ΔΙΑ ΤΟΥ ΝΑΟΥ, Εκδόσεις Δόμος.

Παρασκευή 9 Αυγούστου 2019



10 Αυγούστου 2014
Η θάλασσα αποτελεί χώρο πολλών δυνατοτήτων και απρόβλεπτων ενδεχομένων. Χώρο ξεκούρασης, ευχαρίστησης και απόλαυσης, αλλά και κινδύνου, πολλές φορές  θανατηφόρου. Χώρο που προσφέρει δυνατότητες κέρδους και ενδεχόμενα καταστροφής. Ένα χώρο περίεργο και "αδιάβατο" και μια απεραντοσύνη ομορφιάς. "Θάλασσα μεγάλη και ευρύχωρος", όπως λέει ο ψαλμός του Εσπερινού. Πολλές φορές εμείς οι άνθρωποι κάθε μεγάλη συγκέντρωση νερού την ονομάζουμε θάλασσα. Π.χ. Κασπία θάλασσα, Νεκρά θάλασσα, θάλασσα της Γεννησαρέτ κ.λ.π.
Η θάλασσα καλύπτει τη μεγαλύτερη έκταση της όλης επιφάνειας της γης. Μέσα σ’ αυτήν άρχισε ο Θεός την ζωή. Πρώτα απ’ όλα έφτιαξε τα θαλάσσια όντα. Από εκεί ξεκίνησε η ζωή και βγήκε από εκεί και στην ξηρά. Αποτελεί ανάμεσα στα άλλα και την κοιτίδα, δηλαδή την μήτρα, της ζωής. Έτσι θέλησε και έτσι ρύθμισε ο Χριστός.
Οι δεκατέσσερεις στίχοι (22-36) από το κεφάλαιο 14 του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου περιγράφουν την περιπέτεια των αποστόλων στην τρικυμισμένη θάλασσα της Γεννησαρέτ, που απειλεί να τους καταποντίσει, ενώ ο Χριστός βρίσκεται μακριά τους (στό "ὄρος προσεύξασθαι"). Όμως αίφνης εμφανίζεται να περπατάει πάνω στα κύματα! Εκείνοι τρομάζουν και ο Πέτρος, ως "απόδειξη" της γνησιότητας του προσώπου του Χριστού, του ζητάει να διατάξει (ο Χριστός) να πάει και ο ίδιος προς Αυτόν περπατώντας πάνω στα κύματα. Ο Χριστός του λέει: Έλα. Ο Πέτρος ξεκινάει, περπατάει, πλησιάζει προς τον Χριστό και τότε... Βλέπει τα πελώρια κύματα  και "ξεχνάει" τον Χριστό. Κι αμέσως αρχίζει να βουλιάζει! Χαμένος ανθρωπίνως, Του ζητάει να τον σώσει. Ο Χριστός τον λέει ολιγόπιστο· τον ανασύρει και βρίσκονται μαζί πάνω στο πλοίο.
Αυτό το περιστατικό είναι εντυπωσιακή περιγραφή των ανθρωπίνων. Είναι άραγε άλλο τίποτε κάθε ανθρώπινη ζωή, από μια "θάλασσα"; Η αντιστοιχία των δεδομένων της ανθρώπινης ζωής με αυτό το κομμάτι του Ευαγγελίου είναι εκπληκτική. Πλήρης αντιστοίχιση κατά τις συνθήκες! Κύματα ταράζουν τις ανθρώπινες ζωές. Κύματα άγρια και δολοφονικά. Κύματα προβλημάτων, αρρώστιας, κακού, οδύνης, κενού. Και ο Χριστός; Στο "ὄρος προσεύξασθαι"…!!!" Ανύπαρκτος" στις ανάγκες μου. Εγώ πνίγομαι κι Αυτός… προσεύχεται σιωπηλά! Σε τέτοιες φάσεις της ζωής, με την οδύνη της ωμότητας και την απαίτηση απάντησης, έρχεται και "μπαίνει μπροστά" σε κάθε ανθρώπινη ψυχή, το θέμα της πίστης! Σ᾿ όλα τα φρικτά κύματα της ζωής μου, γιατί ο Θεός σιωπά;
Στην ανθρώπινη ζωή, η σιωπή του Θεού είναι για το μυαλό μας μια σκανδαλιστική στάση! Εμείς, μικροί και αδύναμοι, του ζητάμε θαύμα για να Τον πιστέψουμε, κι Αυτός σιωπά και μας παραπέμπει στην απάντησή Του στον Θωμά:… "Μακάριοι οἱ μή ἰδόντες καί πιστεύσαντες";
Πόσες φορές κι εμείς, σαν τους αποστόλους, δεν είμασταν βέβαιοι ότι είμαστε μόνοι "βασανιζόμενοι ὑπό τῶν κυμάτων"; Όμως, αφ᾿ ενός μέσα στα κύματα και αφ᾿ ετέρου από την σιωπή του Θεού μαθαίνουμε την αγάπη Του και καταλαβαίνουμε ότι ο Χριστός σέβεται με απόλυτο τρόπο την ελευθερία μας και αφήνει πολύ περισσότερες επιλογές, απ᾿ ό,τι πιστεύουμε, στα χέρια και στην κρίση μας, ότι είναι πάντοτε παρών ακόμα και μέσα στην σιωπή Του! Αυτός ήταν και εκεί, επί των κυμάτων! Η δική μας κοντόθωρη προοπτική αυτό… το είχε αποκλείσει από τα ενδεχόμενα.
Εμείς ξέρουμε "μόνον" τον νόμο της βαρύτητας, που ισχύει σ᾿ όλη την γη και την ατμόσφαιρά της. Οι πέτρες βουλιάζουν, τα πουλιά πετούν. Ο Πέτρος ήταν ένας βράχος (αυτό σημαίνει Πέτρος) μεγάλης αντοχής, αλλά φυσικά "συνυφασμένος" με την βαρύτητα. Έτσι λοιπόν… βούλιαξε! Αυτό νομίζουμε...
Κι εμείς, μαζί με τον Πέτρο, δεν θέλουμε να καταλάβουμε ότι όλοι οι φυσικοί νόμοι δεσμεύουν τους πάντες, (ακόμα και τον Χριστό, ως άνθρωπο) και ότι μόνον η αυθυπέρβαση και η αυτοπαράδοση,  η απόφαση  δηλαδή να εμπιστευθούμε τον εαυτό μας μαζί με όλα τα άλλα στον Χριστό, αρχίζει να στήνει μέσα μας την πίστη. Δεν θέλουμε επίσης να καταλάβουμε ότι δεν υπάρχει εναντιότητα μεταξύ πίστεως και λογικής, αλλά… διαφορότητα.
«Η πίστη είναι το μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης. Λογική και πίστη δεν είναι αντίπαλοι, είναι συναγωνιστές στην προσπάθεια να υπερπηδηθεί το τέρμα. Πίστη δεν είναι απλώς η παθητική παραδοχή του απίστευτου, αλλά ο αγώνας ανάμεσα στο εγώ και την αμφιβολία, όταν το εγώ βρίσκεται μπροστά στον Θεό». Σπ. Κυριαζόπουλος
Για μας, μπροστά σε τέτοιες συνθήκες και σε τόσο οριακά θέματα, μένουν ως στάση περίσκεψης και ωριμότητας οι κραυγές του Πέτρου: «Κύριε, σῶσον με»· και του δύστυχου πατέρα του σεληνιαζομένου νέου: «Πιστεύω, Κύριε, βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ». Τότε ανοίγεται... η δυνατότητα να... δαμάσουμε τα κύματα. ΑΜΗΝ.
Με αγάπη και ευχές
Ο εφημέριός σας
π. Θεοδόσιος
ΠΗΓΗ: enoriako.info/Category Κήρυγμα Κυριακής / Κυριακές Ματθαίου




Σάββατο 3 Αυγούστου 2019


      

  Όταν ο άνθρωπος είναι τυφλός όσον αφορά αυτή την ίδια την κατάστασή του, θα είναι οπωσδήποτε τυφλός και όσον αφορά το συνάνθρωπό του. Εκείνος που δεν γνωρίζει τον εαυτό του, δεν ξέρει και τις κρυφές εκείνες δυνάμεις που καθορίζουν τη στάση του απέναντι στους άλλους ανθρώπους. Δεν ξέρει ότι συχνά προβάλλει στους άλλους εκείνο που βλέπει ασυνείδητα στον εαυτό του και ότι κατεβάζει και υποτιμά τους άλλους, για να μειώσει την τρομερή απόσταση που αισθάνεται ότι υπάρχει ανάμεσα σ’ εκείνον και σ’ αυτούς. «Πρόσεχε σεαυτώ μήποτε η χωρίζουσα εκ του αδελφού κακία, ουκ εν τω αδελφώ, αλλ’ εν σοί ευρίσκεται» λέει ο Μάξιμος ο Ομολογητής.

        Ο άνθρωπος που δεν γνωρίζει τον εαυτό του δεν μπορεί να ξέρει ακόμη, ότι όσο λιγότερο εκτιμά τον εαυτό του, τόσο περισσότερο κομπάζει και υπερηφανεύεται Γι’  αυτό, όταν αγγίξει τον άνθρωπο η χάρη του αναστημένου Χριστού και τον φωτίσει, έτσι ώστε να δει τον εαυτό του όπως πραγματικά είναι, ταπεινώνεται, γίνεται επιεικής με τους άλλους και δεν αισθάνεται την ανάγκη να ταπεινώσει εκείνους για να ανυψωθεί αυτός. Όταν ανοίξουν τα μάτια του ανθρώπου, μπορεί να  βλέπει πίσω από τα εξωτερικά φαινόμενα σε σχέση με το συνάνθρωπό του. Μπορεί να δει γιατί ο συνάνθρωπος συμπεριφέρεται όπως συμπεριφέρεται. Μπορεί να δει πίσω απ’ την απληστία την ανασφάλεια, πίσω απ’ τις ερωτικές παρεκτροπές τη μοναξιά, πίσω απ’ την επιθετικότητα το φόβο και την έλλειψη εμπιστοσύνης για τούς ανθρώπους, που τη δημιούργησαν τραγικές και τραυματικές  πρώιμες εμπειρίες. Τέλος ξέρουμε  ότι έχει καθαρίσει η όραση ενός  ανθρώπου από το θάμπωμα των δικών  του παθών «όταν πάντας ανθρώπους καλούς θεωρή, και ου φαίνηταί τις αυτώ ακάθαρτος και βέβηλος» όπως λέει ο Ισαάκ ο Σύρος.

        Ακόμη, όταν ο άνθρωπος ζητήσει απ’ τον αναστημένο Χριστό να θεραπεύσει την τύφλωσή του και να τον φωτίσει, τότε βλέπει τα πάντα πληρωμένα από φως «ουρανό  τε και γήν και τα καταχθόνια». Τότε βλέπει την πραγματική φύση του υλικού κόσμου. Βλέπει τα υλικά αγαθά όχι σαν κάτι που μπορεί να αρπάξει, αλλά σαν κάτι που μπορεί να προσφέρει. Βλέπει έναν όμορφο άνθρωπο όχι σαν ένα αντικείμενο με το οποίο μπορεί να ικανοποιήσει μια δική του επιθυμία, αλλά σαν μια εικόνα που οδηγεί στην αναζήτηση του προτύπου, όπως λέει ο Ιωάννης της Κλίμακος, και δεν τον αποστρέφεται για να μην πέσει σε πειρασμό, αλλά το κοιτάει με πιο πολύ έκσταση       και αναζητάει το ασύγκριτο ωραιότερο πρόσωπο Εκείνου που τον δημιούργισε.

π. Φιλόθεος Φάρος, «ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΟ ΠΑΣΧΑ», Εκδόσεις Ακρίτας.

Σάββατο 27 Ιουλίου 2019


        Υπάρχουν τρόποι να γνωρίσουμε τον εαυτό μας που δεν απαιτούν διαρκή αυτοαπασχόληση. Υπάρχουν τρόποι αναπτύξεως αυτοπεποιθήσεως που δεν μας κάνουν να βλέπουμε τον εαυτό μας σαν το κέντρο του κόσμου. Υπάρχει τρόπος να δεχθούμε τον εαυτό μας χωρίς να  απορρρίψουμε τους άλλους και στην πραγματικότητα, μόνο αν δεχθούμε τον εαυτό μας δεν θα απορρίψουμε τους άλλους και μόνο αν δεχθούμε τους άλλους δεν θα απορρίψουμε τον εαυτό μας. Η αγριότητα που μπορεί να ανακαλύψουμε μέσα μας δεν θα πρέπει να είναι αναγκαστικά η καταδίκη μας, αντίθετα μπορεί να είναι η σωτηρία μας.  Αν και μπορεί πολλοί από εμάς συχνά να αισθάνονται ευχαριστημένοι και ολοκληρωμένοι, πολλοί λίγοι από εμάς επιτυγχάνουν την αυτοπραγμάτωση, που μόνο μια επισταμένη αυτοέρευνα κάνει δυνατή. Αν και δεν είναι απαραίτητο για ένα φυτό  να καταλάβει τί είναι να είσαι φυτό για να είσαι φυτό, ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι αρκετά ανθρώπινος αν δεν ξέρει ποιος και τί είναι. Και επιτυγχάνει αυτή την κατανόηση γνωρίζοντας τον εαυτό του όχι μόνο σαν άγγελο αλλά και σαν ζώο. Μερικές φορές η αυτογνωσία μπορεί να μην είναι ευχάριστη αλλά η ευχαρίστηση δεν είναι αναγκαστικά ο σκοπός της αυτοέρευνας. Ο άνθρωπος που τελικά μπορεί να ανακαλύψουμε με την αυτοέρευνα, μπορεί να είναι πολύ λιγότερο επαρκής απ’ ότι είχαμε φανταστεί τον εαυτό μας. Αν και μπορεί να αναγκαστούμε να θυσιάσουμε πολύ περισσότερο ή πολύ λιγότερο απ’ ότι έχουμε φανταστεί, στην προσπάθειά μας να γνωρίσουμε και να αποδεχθούμε αυτό που είμαστε, φοβόμαστε περισσότερο την απώλεια των φαντασιώσεων για τον εαυτό μας παρά την πραγματική απώλεια του εαυτού μας.
        Πρέπει να γνωρίσουμε τις δυνατότητές μας έτσι χωρίς τη διακόσμηση των φαντασιώσεων, πριν αρχίσουμε ακόμη και να ζούμε. Ορισμένες κοινωνικές αξίες και συχνά οι αξίες μιας διεστραμμένης θρησκευτικής παραδόσεως τείνουν να νεκρώσουν τη ζωή μέσα μας. Μας διδάσκουν να αποφεύγουμε το πόνο  και τη θλίψη και να αρνιόμαστε την εσωτερική μας αγωνία, και εμείς συχνά εγκολπωνόμαστε ενθουσιασμένοι αυτή την απάτη. Παραιτούμαστε από την πραγματική μας ταυτότητα για μια ταυτότητα που μας επιβάλλουν απ’ έξω. Αλλά ούτε η ψεύτικη ταυτότητα ούτε η απάτη μπορούν να λειτουργήσουν. Ο πόνος και η θλίψη μας βρίσκουν οπωσδήποτε κι εμείς αναιμικοί και απροπαρασκεύαστοι αρρωσταίνουμε και γινόμαστε δυστυχείς. Αποφεύγοντας να εξερευνήσουμε τον εαυτό μας έχουμε χάσει την πανοπλία που θα μας προστάτευε στις δοκιμασίες της ζωής.
        Η άρνησή μας να ερευνήσουμε τον εαυτό μας, μας λιγοστεύει κατά τι μόνο από την αυτοκτονία και είναι ταυτόχρονα   άρνηση του πλησίον και του Θεού. Γινόμαστε πραγματικά ο εαυτός μας στην ένωσή μας με τους άλλους’ έτσι η απόρριψη του βαθύτερου και αληθινού εαυτού μας είναι και απόρριψη του πλησίον, και εφ’ όσον είμαστε η εικόνα του Θεού η άρνηση της ταυτότητάς μας είναι μια  άρνηση να δούμε την πλήρη εικόνα του Θεού μέσα μας και επομένως είναι σαν να βλέπουμε λιγότερο απ’ όσο θα μπορούσαμε να δούμε από το Θεό.
        Όσο δεχόμαστε ανεξέταστα τα εξωπραγματικά ιδεώδη όπως εκείνο της επιτυχίας, ή της πουριτανικής καθαρότητας γι’ αυτά τα εξωπραγματικά ιδεώδη, αξιόλογες διάνοιες θα καταστρέφονται ανεξερεύνητες. Μόνο όταν γνωρίσουμε τους εαυτούς μας μπορούμε  να αμφισβητήσουμε τους  καταστρεπτικούς   μύθους, γιατί μόνο τότε μπορούμε να δεχθούμε τους εαυτούς μας γι’ αυτό που είναι.
        Για χιλιάδες  χρόνια ο άνθρωπος προσπάθησε να γνωρίσει τον εαυτό του. Αλλά για τους πιο πολλούς ανθρώπους η έρευνα ήταν μάταιη, γιατί την έκαναν με τα πνευματικά τους μάτια κλειστά.
        Η αυτογνωσία ήταν πάντα ένα μακρύ και δύσκολο προσκύνημα. Ένα προσκύνημα, που δεν ήταν ποτέ εύκολο και τπου κατά κάποιο τρόπο μπορεί να είναι δυσκολότερο τώρα παρά ποτέ. Αλλά σήμερα ίσως περισσότερο από οποτεδήποτε άλλοτε, ο άνθρωπος έχει ανάγκη να επιχειρήσει αυτό το προσκύνημα για την αυτοανακάληψή του. Αυτή η ίδια η επιβίωσή του μπορεί να εξαρτηθεί απ’ αυτό. Ας μη μας παραλύει η ανάγκη για επιτυχία και οι κίνδυνοι αυτού του εσωτερικού ταξιδιού. Αλλ’ ας μην το επιχειρήσουμε αυτό το ταξίδι με τα μάτια κλειστά και μην απατώμεθα πιστεύοντας ότι θα ανοίξει τα κλειστά μας μάτια η ακαδημαϊκή, ή η επιστημονική γνώση.

π. Φιλόθεος Φάρος, «ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΟ ΠΑΣΧΑ», Εκδόσεις Ακρίτας.

Παρασκευή 19 Ιουλίου 2019


      

  Γιατί όμως φοβόμαστε να αναγνωρίσουμε και να δεχθούμε τις εσωτερικές μας δυνάμεις, τη δυνατότητα που έχουμε να θεωθούμε; Γιατί κρύβουμε αυτές τις δυνάμεις πίσω από ανακριβείς αξιολογήσεις και παράλογους φόβους; Μερικές φορές  ασυνείδητα αποκρούουμε τις κρυφές μας δυνάμεις γιατί συνδέονται με παρορμήσεις που δεν είναι αποδεκτές είτε από μας τους ίδιους είτε από την κοινωνία μέσα στην οποία ζούμε.  Στην πραγματικότητα όμως, οι αμαρτωλές παρορμήσεις είναι εκφάνσεις μιας δημιουργικής εσωτερικής δυνάμεως που παίρνει λανθασμένη κατεύθυνση. Η εσωτερική δύναμη για αγάπη ξεστρατίζει και γίνεται λαγνεία, η  εσωτερική  δύναμη για θέωση, αντί να πραγματώνεται με τη χάρη του Θεού γίνεται χωρίς αυτή ναρκισσισμός, η εσωτερική δύναμη για την επιδίωξη της τελειότητας γίνεται τελειομανία, δηλαδή η τρομερή νεύρωση που κάνει τον άνθρωπο να αυτοβασανίζεται επειδή δεν είναι τέλειος, κ.ο.κ.  Αλλά ο λόγος για τον οποίο αρνιόμαστε αυτές τις δημιουργικές εσωτερικές μας δυνάμεις είναι συνήθως άλλος. Δεν θέλουμε να τις αναγνωρίσουμε και τις παραδεχτούμε γιατί όταν αναγνωριστούν θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν.
      Η δυνατότητα έχει απαιτήσεις’ πρέπει να εκφραστεί. Πρέπει να χρησιμοποιηθεί. Αλλιώς γίνεται κακό. Το κακό είναι καταδικασμένο καλό, όπως η κόλαση είναι καταδικασμένος παράδεισος. Ο άνθρωπος που ξέρει ότι έχει τη δυνατότητα να βοηθάει άλλους αλλά βοηθάει μόνο τον εαυτό του, τελικά δεν θα μπορεί να ζήσει με τον εαυτό του. Θα γίνει ο χειρότερος βασανιστής του εαυτού του. Εκείνος που ξέρει ότι μπορεί να θεραπεύσει ανθρώπους, αλλά φοβάται να ριψοκινδυνεύσει κάποια θυσία, φοβάται την ευθύνη, την ταλαιπωρία, αλλά και την ταπεινωτική διαπίστωση ότι μερικές φορές δεν μπορεί να θεραπεύσει’ τελικά ο άνθρωπος αυτός αυτοκαταδικάζεται μη πραγματοποιώντας τις δυνατότητές του και μη ικανοποιώντας τις πιο βαθιές ανάγκες του. Ο άνθρωπος που δεν θα ριψοκινδυνεύσει την προσφορά και την αποδοχή της αγάπης, θα ζήσει και θα πεθάνει με ένα απέραντο εσωτερικό κενό.
        Η λογοτεχνία είναι γιομάτη από ιστορίες ανθρώπων που είχαν δυνατότητες και ταλέντα και δεν τα χρησιμοποίησαν., όπως ο δούλος της παραβολής των ταλάντων, που φοβήθηκε να ριψοκινδυνεύσει και καταχώνιασε και αχρήστευσε το τάλαντό του.  Υπάρχουν όμως και οι ανείπωτες ιστορίες εκατομμυρίων ανθρώπων, που ασυνείδητα παράλλαξαν τις δυνατότητές τους για να μην υποχρεωθούν να τις πραγματοποιήσουν και έτσι έχασαν τους θησαυρούς της αληθινής ζωής.  Στο σημείο αυτό εμείς οι άνθρωποι μοιάζουμε με τις μπαταρίες του κλεφτοφάναρου, που όταν   δεν χρησιμοποιούνται καταστρέφονται. Ό,τι δεν χρησιμοποιούμε καταστρέφεται, ότι δεν μοιραζόμαστε με τους άλλους δεν μπορούμε να το κρατήσουμε για τον εαυτό μας. Κάνουμε πραγματικά κτήμα μας εκείνο που μοιραζόμαστε με τους άλλους.
        Τα ταλέντα πρέπει να επενδυθούν. Από την παραβολή των ταλάντων μπορούμε να συμπεράνουμε ότι είναι ριψοκίνδυνο να γνωρίσουμε πραγματικά τους εαυτούς μας, όπως είναι ριψοκίνδυνη κάθε επένδυση. Μπορεί να μη σας αρέσουν μερικά από τα πράγματα που θα ανακαλύψουμε ή μπορεί να μην καταφέρουμε να αξιοποιήσουμε μερικές από τις δυνατότητές μας. Αλλ’ αν αφήσουμε  τους φόβους μας να φτάσουν στην υπερβολή, μπορεί να παραλύσουμε. Αν φοβόμαστε πολύ μην πέσουμε δεν θα περπατήσουμε ποτέ. Αν φοβόμαστε να αγαπήσουμε δεν θα ζήσουμε.

παπα-Φιλόθεου Φάρου, «ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΟ ΠΑΣΧΑ», Εκδόσεις ΑΚΡΙΤΑΣ.
     
      


Παρασκευή 12 Ιουλίου 2019


        Ποιος όμως θα διάλεγε εκούσια  να μην  εκμεταλλευτεί την ευκαιρία να γνωρίσει τον εαυτό του; Ποιος θα πέταγε τους κρυμμένους θησαυρούς, που όταν τους εξορύξει μπορούν να τον κάνουν ένα Σωκράτη, ένα Ιωάννη Χρυσόστομο, ένα Μακρυγιάννη, ένα Θεόφιλο ή ένα παπα-Νικόλα Πλανά; Ποιος δεν θα ‘θελε να ανακαλύψει μέσα του τη δύναμη να συμπονεί,  να συντρέχει, να στηρίζει τον άνθρωπο που υποφέρει.

        Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα είναι πολύ θλιβερή. Σ’ ένα  μεγάλο ποσοστό όλοι μας φοβόμαστε να κάνουμε τις απαραίτητες προσπάθειες να γνωρίσουμε τον εαυτό μας. Αρχικά βέβαια αποφεύγουμε να ερευνήσουμε τα τρίσβαθά μας γιατί φοβόμαστε πώς ψάχνοντας για κάτι καλό μπορεί να ανακαλύψουμε αποκρουστικούς σκελετούς «είδωλα, δαίμονες, ξωθιές, φαντάσματα, σκυλιά».  Φοβόμαστε ότι θα ανακαλύψουμε ένα στοιχείο της προσωπικότητάς μας που θα είναι  απαράδεκτο για την οικογένειά μας, τους φίλους μας και την κοινωνία. Φοβόμαστε πως μπορεί να ανακαλύψουμε αποκρουστικές παρορμήσεις, παντελή έλλειψη  πίστεως, βλασφημία, αδιαφορία,  σκληρότητα,  απεριόριστη φιλαυτία. Ίσως ακόμη να φοβόμαστε ότι αυτή η ίδια η έρευνα του εαυτού μας θα καταδικαστεί από το περιβάλλον μας, που μπορεί να μας κατηγορήσει ότι η αναζήτησή μας είναι μια εγωιστική αυτοαπασχόληση και πρόσχημα, που καλύπτει την απροθυμία μας να ενδιαφερθούμε για τις ανάγκες των άλλων. Πραγματικά, τόσο το σχετικό κλίμα που επικρατεί ανάμεσα σε αξιοσέβαστους θρησκευτικούς κύκλους αποθαρρύνει κάθε προσπάθεια αυτοαναζητήσεως και καλλιεργεί ένα κλίμα ακτιβισμού, που υποτίθεται ότι αποβλέπει άλλοτε στην αποκατάσταση της κοινωνικής δικαιοσύνης και τη συμπαράσταση στους φτωχούς και τους αδικημένους και άλλοτε στη σωτηρία των αμαρτωλών. Οι δύο  αυτές όψεις του ακτιβιστικού κλίματος, όσο και αν φαίνονται διαφορετικές, έχουν σαν κοινή προέλευση μια έντονη ανάγκη αυτοδικαιώσεως, που αφ’ ενός ικανοποιείται με τη συμμετοχή στα κινήματα των «καθαρών». Είτε τα ιδεολογικά, είτε τα ευσεβιστικά, εφ’ ετέρου με την αποφυγή κάθε ευκαιρίας που θα ανάγκαζε τον άνθρωπο να κοιτάξει λίγο τον πραγματικό εαυτό του. Πολύ συχνά είναι έκδηλο, ότι άνθρωποι που δεν λείπουν από καμιά κοινωνική αγωνιστική προσπάθεια θα έκαναν οτιδήποτε για να αποδράσουν  από μια χαώδη οικογενειακή κατάσταση, ή για να αποφύγουν οικογενειακές ευθύνες και συναισθηματικές απαιτήσεις που τους προκαλούν πανικό, ή για να μη δουν ένα στοιχείο της προσωπικότητάς  τους που τους προκαλεί απερίγραπτο τρόμο.

        Αλλά κυρίως και παραδόξως, ο λόγος που αποφεύγουμε να ερευνήσουμε τη βαθύτερη ύπαρξή μας είναι, γιατί φοβόμαστε πως μπορεί  να ανακαλύψουμε κάτι καλό. Ίσως να είναι δύσκολο να το πιστέψουμε  αυτό αλλά είναι αλήθεια.


        Ξανά και ξανά γιατροί ή ψυχολόγοι που φροντίζουν δυστυχισμένα και ανικανοποίητα άτομα, ανακαλύπτουν ότι τα άτομα αυτά δεν στερούνται ικανοτήτων, αλλά κρύβουν τις ικανότητές τους από  τους ίδιους τους εαυτούς τους.  Αντί να αξιοποιούν τις δυνατότητές τους αυτά τα άτομα συμπεριφέρονται σαν να είναι κατώτερα, ηλίθια ή αποκρουστικά.  Ένα παιδί που φοβάται πως δεν το συμπαθεί κανείς, δεν θα ανακαλύψει ποτέ πόσο συμπαθητικό μπορεί να γίνει. Ένα κορίτσι που πιστεύει ότι είναι τόσο αποκρουστικό, ώστε ποτέ δεν θα το προσέξει κάποιο αγόρι, συμβάλλει με το άγχος του στην κακή του εμφάνιση, που κάνει πραγματικότητα τους φόβους του.  Ο μαθητής που φοβάται υπερβολικά ότι δεν θα επιτύχει στις εξετάσεις εμποδίζει τη μελέτη του σε τέτοιο βαθμό, ώστε τελικά να αποτυγχάνει. Ένα άτομο που φοβάται πως δεν μπορεί  να αγαπήσει το Θεό, καταλήγει να απομακρύνει απ’ το νου του κάθε σκέψη γι’ Αυτόν και να ισχυρίζεται με έμφαση ότι δεν πιστεύει. Αυτά είναι τα άτομα που επισκέπτονται ψυχίατρο.    Είναι άρρωστα. Και είναι η ζωτικότητά τους, η πηγή των εσωτερικών τους δυνάμεων που χρησιμοποιείται στην υπηρεσία της αρρώστιας.  Αν και μπορεί το άτομο να κατηγορεί αυτές τις εσωτερικές του δυνάμεις, οι δυνάμεις αυτές δεν έχουν τίποτε το  παθολογικό και το αρνητικό, και υπάρχουν και στα πιο  υγιή άτομα. Όλοι μας πρέπει να αγωνιστούμε για να αναγνωρίσουμε  και να δεχθούμε την εικόνα του Θεού που βρίσκεται μέσα μας και όλοι αποτυγχάνουμε σε κάποιο ποσοστό να κάνουμε αυτόν τον αγώνα.

παπα-Φιλόθεου Φάρου, «ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΟ ΠΑΣΧΑ», Εκδόσεις ΑΚΡΙΤΑΣ