Σάββατο 9 Απριλίου 2016



        Στο Χριστιανικό μήνυμα πού αναγγέλλει τη νίκη του Χριστού καταπάνω στο θάνατο δεν υπάρχει αμφιβολία πως, από τη μια μεριά, το «πρόβλημα του θανάτου» είναι κεντρικό και ουσιαστικό και πως ο Χριστιανισμός πηγάζει από τη νίκη αυτή.  Όμως από την άλλη μεριά,  έχει κανένας το παράξενο αίσθημα πώς, αν και το μήνυμα αυτό σίγουρα έγινε ακουστό από τον κόσμο, ωστόσο δεν επηρέασε πραγματικά τις βασικές ανθρώπινες τοποθετήσεις απέναντι στο θάνατο.
…ψευτίζομε το χριστιανικό μήνυμα κηρύχνοντας πως ο Χριστιανισμός ουσιαστικά καταφάσκει τη ζωή – δίχως να παραπέμπομε (για την κατάφαση αυτή) στο θάνατο του Χριστού και επομένως στο ίδιο το γεγονός του θανάτου.
…ψευτίζομε το χριστιανικό μήνυμα αποσιωπώντας  το γεγονός πως για το Χριστιανισμό ο θάνατος δεν είναι μονάχα τέλος, αλλά αληθινά η ίδια η πραγματικότητα αυτού του κόσμου.
        Το ίδιο ψευτίζομε το χριστιανικό μήνυμα όταν «παρηγορούμε» τους ανθρώπους και τους συμφιλιώνομε με το θάνατο, λέγοντας πως ο κόσμος αυτός είναι δίχως νόημα θέατρο μιας ατομικής προετοιμασίας για το θάνατο.  Γιατί ο Χριστιανισμός κηρύχνει πως ο Χριστός θανατώθηκε για να ζήσει ο κόσμος και όχι για κάποια «αιώνια ανάπαυση» από τη ζωή. Το « ψεύτισμα» αυτό κάνει την ίδια την επιτυχία του Χριστιανισμού … μια μεγάλη τραγωδία. Ο κοσμικός άνθρωπος θέλει τον κληρικό να είναι ένας αισιόδοξος τύπος ανθρώπου που καθιερώνει (sanctioning)  την πίστη μέσα σε έναν κόσμο αισιόδοξο και προοδευτικό.   Και ο θρησκευτικός πάλι άνθρωπος τον βλέπει σαν ένα εξαιρετικά σοβαρό, πένθιμα μεγαλόπρεπο και επιβλητικό κατήγορο της ματαιότητας και της κουφότητας του κόσμου.  Ο κόσμος δε θέλει τη Θρησκεία και η Θρησκεία δε θέλει το Χριστιανισμό.  Ο ένας (ο κόσμος) αποδιώχνει το Θάνατο, η άλλη (η θρησκεία) αποδιώχνει τη Ζωή.  Από εδώ πηγάζει η ακαταμέτρητη απογοήτευση πού παρατηρούμε είτε στις κοσμικές  τάσεις ενός κόσμου που καταφάσκει τη ζωή είτε στη νοσηρή θρησκευτικότητα εκείνων πού αντιστρατεύονται τη ζωή.
Alexander  Schmemann,”For the Life and The World”»Για να Ζήσει ο Κόσμος» εκδ. Ακρίτας

Παρασκευή 1 Απριλίου 2016



        Για να  καταλάβομε την αληθινή φύση και το «λειτούργημα» - των γιορτών πρέπει να θυμηθούμε πως ο Χριστιανισμός γεννήθηκε και κηρύχτηκε αρχικά σε πολιτισμούς στους οποίους οι γιορτές και τα πανηγύρια αποτελούσαν οργανικό και ουσιαστικό μέρος του τρόπου ζωής και της συνολικής αντίληψης του κόσμου.  Για τον άνθρωπο του παλιού καιρού μια γιορτή δεν ήταν κάτι τυχαίο και «προσθετό» :  ήταν ο τρόπος πού είχε να χαρίσει νόημα στη ζωή του, να τη λευτερώσει από το ζωώδικο ρυθμό της δουλειάς και της ξεκούρασης.  Μια γιορτή δεν ήταν απλώς ένα «διάλειμμα» στη διαφορετικά δίχως νόημα και σκληρή ζωή της δουλειάς, ο καρπός της, η μυστηριακή –ας το πούμε έτσι – μεταμόρφωσή της σε χαρά και επομένως σε ελευθερία. Με τον τρόπο αυτό μια γιορτή βρισκόταν πάντα συσχετισμένη βαθιά και οργανικά με τον καιρό, με τούς φυσικούς κύκλους του καιρού, με ολάκερο το πλαίσιο της ζωής του ανθρώπου μέσα στον κόσμο.   Και είτε το θέλομε είτε όχι, είτε μας αρέσει είτε όχι, ο Χριστιανισμός αποδέχτηκε και έκανε δικό του ατό το θεμελιακά  ανθρώπινο φαινόμενο της γιορτής, όπως αποδέχτηκε και έκανε δικό του ολάκερο τον άνθρωπο και όλες τις ανάγκες του.  Αλλά, όπως και σε όλα τα άλλα, οι Χριστιανοί αποδέχτηκαν τη γιορτή, όχι μόνο χαρίζοντάς της καινούργιο νόημα, μετασχηματίζοντας το «περιεχόμενό» της, αλλά οδηγώντας την, μαζί με ολόκληρο το «φυσικό» άνθρωπο, ίσαμε το θάνατο και την ανάσταση. 
        Ναι, καθώς είπαμε κιόλας,  ο Χριστιανισμός στάθηκε από τη μια μεριά το τέλος κάθε φυσικής χαράς.  Αποκάλυψε την αδυναμία της, τη ματαιότητά της, την πίκρα της – επειδή αποκαλύπτοντας τον τέλειο Άνθρωπο αποκάλυψε την άβυσσο της αποξένωσης του ανθρώπου από το Θεό και την αστέρευτη πίκρα της αποξένωσης αυτής.  Ο σταυρός του Χριστού σήμανε ένα τέλος σε κάθε «φυσική» χαρμονή, την έκανε, στα αλήθεια, αδύνατη. Από την άποψη αυτή η πικρή «σοβαρότητα» του σύγχρονου ανθρώπου  έχει ασφαλώς χριστιανική προέλευση, ακόμα και αν αυτό λησμονήθηκε από τον σύγχρονο άνθρωπο.  Αφού το Ευαγγέλιο κηρύχτηκε στον κόσμο αυτόν, όλες οι απόπειρες να γυρίσομε πίσω σε μια άδολη «παγανιστική χαρά», όλες οι «Αναγεννήσεις», όλες οι «υγιείς αισιοδοξίες» βρίσκονταν καταδικασμένες σε αποτυχία. «Μια μόνο πίκρα υπάρχει», είπε ο Leon Bloy «η πίκρα να μην είσαι άγιος».  Και αυτή η πίκρα που διαποτίζει με τρόπο γεμάτο μυστήριο ολόκληρη τη ζωή του κόσμου, ολόκληρη τη φρενητική και παθητική πείνα και δίψα του για τελειότητα, αυτή είναι που σκοτώνει κάθε χαρά.  Ο Χριστιανισμός έκανε απλώς αδύνατο να χαιρόμαστε τους φυσικούς κύκλους – το θέρο και τα φεγγάρια.  Με το να μεταθέσει την τελειότητα της χαράς στο απρόσιτο μέλλον – ως σκοπό και ως  τέρμα κάθε δουλειάς – έκανε ολάκερη την ανθρώπινη ζωή μια «προσπάθεια» - μια «δουλειά».
       Από την άλλη, ωστόσο, μεριά ο Χριστιανισμός στάθηκε η αποκάλυψη και το δώρημα της χαράς και, με τον τρόπο  αυτόν, το δώρημα της γνήσιας Γιορτής. Κάθε Σάββατο νύχτα στον Αναστάσιμο όρθρο ψέλνομε : ότι, δια του σταυρού, χαράς τα πάντα πεπλήρωται.  Η χαρά αυτή είναι άδολη χαρά, επειδή δεν εξαρτάται από τίποτα σε αυτό τον κόσμο, δεν είναι ανταμοιβή για τίποτε ενδότερο μέσα μας.  Είναι ολοκληρωτικά και απόλυτα ένα δώρο, η «χάρις», η χάρη.  Και όντας άδολο δώρημα, η χαρά αυτή έχει μια δύναμη πού μεταμορφώνει, τη μόνη δύναμη πού στον κόσμο τούτο μεταμορφώνει  πραγματικά.  Είναι η «σφραγίδα» του Αγίου Πνεύματος στη ζωή της Εκκλησίας – στην πίστη, στην ελπίδα και στην αγάπη της.
Alexander Schmemann ”For the Life and The World”, «Γιά να Ζήσει ο Κόσμος» εκδ. Ακρίτας

 

Σάββατο 26 Μαρτίου 2016



        
        Αυτές τις μέρες διάβασα και εργάσθηκα, προετοιμαζόμενος για μιά σειρά μαθημάτων – η Λειτουργία  του Θανάτου.  Στην αρχή, το θέμα φαινόταν μάλλον εύκολο και βατό, αλλά κατόπιν περιεπλάκη και βάθυνε.  Ο θάνατος  βρίσκεται στο κέντρο της θρησκείας και του πολιτισμού, και η στάση μας απέναντι στον θάνατο προσδιορίζει τη στάση μας απέναντι στη ζωή.  Κάθε άρνηση του θανάτου απλώς αυξάνει  τη νεύρωση  (αθανασία)  όπως κάνει και η αποδοχή του ( ασκητισμός, άρνηση της σάρκας).  Μόνο η νίκη κατά του θανάτου είναι απάντηση, και προϋποθέτει την υπέρβαση και των δύο, της άρνησης και της αποδοχής – « ο  θάνατος κατεπόθη εις νίκος».  Το ερώτημα είναι «ποιά είναι αυτή  η νίκη ;»  Αρκετά συχνά λησμονούμε την απάντηση.  Γι΄αυτό παραμένουμε αβοήθητοι όταν ασχολούμαστε με τον θάνατο.  Ο θάνατος αποκαλύπτει – πρέπει να αποκαλύπτει – το νόημα όχι του θανάτου, αλλά της ζωής.  Η ζωή δεν πρέπει να είναι μιά προετοιμασία για τον θάνατο, αλλά μιά νίκη επί του θανάτου, έτσι ώστε ο θάνατος να γίνεται θρίαμβος της ζωής, εν Χριστώ.   Διδάσκουμε για τη ζωή χωρίς να την αναφέρουμε στον θάνατο, και για το θάνατο σαν να είναι κάτι άσχετο πρός τη ζωή.  Ο Χριστιανισμός, όταν βλέπει τη ζωή μόνο ως μιά προετοιμασά για τον θάνατο, κάνει τη ζωή δίχως σημασία  και υποβαθμίζει τον θάνατο σ’ έναν «άλλο κόσμο», που δεν υπάρχει, επειδή ο Θεός δημιούργησε μόνο έναν κόσμο, μιά ζωή.  Κάνει τον  Χριστιανισμό και τον θάνατο να χάνουν τη σημασία τους ως νίκη.  Δεν λύνει το πρόβλημα της  νεύρωσης του θανάτου.  Το ενδιαφέρον μας για τη μοίρα των νεκρών πέρα από τον τάφο, καθιστά καθιστά τη χριστιανική εσχατολογία δίχως νόημα.  Η Εκκλησία δεν εύχεται για τούς νεκρούς.  Είναι (πρέπει να είναι) η συνεχής Ανάστασή τους, επειδή η Εκκλησία είναι η ζωή μέσα στο θάνατο, η νίκη επί του θανάτου, η καθολική Ανάσταση.
        «Να συμβιβαστείς με τον θάνατο ...» . Στην ηλικία των 53 ετών, είναι καιρός να σκεφτώ τον θάνατο, να τον συμπεριλάβω ως κορωνίδα στο όραμα της ζωής, ως τελείωση και νοηματοδότηση των πάντων.  Αυτό το όραμα της ζωής περισσότερο το αισθάνομαι παρά μπορώ να το εκφράσω με λόγια, αλλά είναι ένα όραμα με το οποίο ζω στίς καλύτερες στιγμές της ζωής μου.
        Τι είναι αυτό πού εξαφανίζεται με τον θάνατο ; Η εμπειρία της ασχήμιας αυτού του κόσμου, του κακού, της ρευστότητος του χρόνου.  Αυτό πού μένει είναι η ομορφιά που χαροποιεί και ταυτόχρονα θλίβει την καρδιά. «Ειρήνη».  Η ειρήνη του Σαββάτου, η οποία διανοίγει την πληρότητα και την τελείωση της Δημιουργίας.  Η ειρήνη τού Θεού.  Όχι του θανάτου, αλλά της ζωής στην πληρότητά της, στην αιώνια κατοχή της. 

The journals of Father Alexander Schmemann”, «Ημερολόγιο π. Αλεξάνδρου Σμέμαν» εκδ. Ακρίτας

Σάββατο 19 Μαρτίου 2016



. . . ο Θεός μού είναι απαραίτητος έστω και μόνο επειδή  είναι κάτι που μπορεί κανείς ν’ αγαπάει αιώνια.
Η αθανασία μου μου είναι απαραίτητη, αν όχι για τίποτα άλλο επειδή δεν θα έκανε ο Θεός την αδικία να σβήσει εντελώς τη φλόγα της αγάπης μου γι’ Αυτόν που μου άναψε μια φορά στην καρδιά μου.  Και τι είναι πιο πολύτιμο από την αγάπη ;  Η αγάπη είναι κάτι ανώτερο από την ύπαρξη.  Η αγάπη είναι το σπέρμα της ύπαρξης.  Και πώς είναι δυνατό να μην είναι υποταγμένη σ’αυτήν η ύπαρξη ; Αν αξιώθηκα να Τον αγαπήσω και να χαρώ μέσα στην αγάπη μου, πως είναι δυνατό να σβήσει  Αυτός εμένα και τη χαρά μου και να μας μεταμορφώσει σε τίποτα ; Αν ο Θεός υπάρχει, τότε κι εγώ είαι αθάνατος !

Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι «ΟΙ ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΕΝΟΙ» εκδ. ΠΑΙΔΕΙΑ/ΜΑΛΛΙΑΡΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑ ΑΕ