Σάββατο 9 Ιουλίου 2016



Published: 11 December 2014 | Description: Print| Description: Email| Hits: 2771
Bottom of Form

Top of Form
Bottom of Form
15 Δεκεμβρίου 2013
Κυριακή ΙΑ’ Λουκά
Κυριακή των Προπατόρων

ΚΑΛΕΣΜΕΝΟΙ ΣΤΟ "ΜΕΓΑΛΟ ΤΡΑΠΕΖΙ"

«Ο άνθρωπος είναι ό,τι τρώει», ούρλιαζε τον προπερασμένο αιώνα ο «θεολόγος» και φιλόσοφος Λούντβιχ Φώυερμπαχ, για να πείσει τους συγκαιρηνούς του, ότι δεν υπάρχει τίποτα παραπάνω απ’ όσα τρώμε. Ότι όλα είναι ύλη! Άρα ούτε Θεός υπάρχει. Αγωνιζόταν για ένα χυδαίο ματεριαλισμό που τον φανταζόταν γνησιότητα αυθεντικότητας. Ήθελε να πει ότι όλα εξαντλούνται στην ανακύκλωση της ύλης. Ότι είμαστε ύλη και χρειαζόμαστε μόνον ύλη.
Ότι τέλος πάντων, δεν είμαστε τίποτε παραπάνω απ' ό,τι τρώμε. Προφανώς η θεολογική του σπουδή και εμπειρία ήταν τραγική. Πρώτο του βιβλίο ήταν «Σκέψεις για τον θάνατο και την αθανασία» στο οποίο αγωνιζόταν να απορρίψει την προσωπική αθανασία…! Ας τον αφήσουμε όμως.
Μέσα στην τότε αφελή αυταπάτη προσπαθούσε και αυτός και πολλοί άλλοι να εξαντλήσουν το αίνιγμα του ανθρώπου στην απλότητα της... πρακτικής αριθμητικής (!) μη θέλοντας να δουν, ότι το μυστήριο του ανθρώπου (... όχι του Θεού) είναι υπόθεση όχι μονάχα θεωρητικών μαθηματικών, αλλά μέγα γεγονός και... δυσθεώρητον!
Θυμωμένοι από την επικρατούσα τότε θρησκευτική διδασκαλία, που ξεχνούσε δαιμονικά ότι ο άνθρωπος δεν έχει σώμα αλλά είναι σώμα, και με την οποία διδασκαλία ως εργαλείο, "απαξιωνόταν", ως δεύτερης διαλογής υπόθεση, η καθημερινότητα της ανθρώπινης ζωής, σε τελική ανάλυση προσπαθούσαν όλοι αυτοί να "αποκαταστήσουν" την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Σ' αυτό το κομμάτι είχαν δίκιο.
Όμως έπρεπε και οι δυο πλευρές να ξανασκεφτούν (παρά τις εγωιστικές προσκολλήσεις στις απόψεις τους ), ότι ανάμεσά τους βρισκόταν Κάποιος, που ζητούσε να φάει μετά την, μετά σώματος Ανάστασή Του, και ο Οποίος πριν πεθάνει είχε μιλήσει για ένα τραπέζι, που αν ιδωθεί λειψά, κάποιοι θα λένε ότι ο άνθρωπος είναι ό,τι τρώει και κάποιοι θα νομίζουν ότι υπάρχουν πράγματα μεγαλύτερα και ουσιαστικότερα απ' αυτό το τραπέζι (γη-επενδύσεις-σχέσεις). Όμως θα έχουν και οι δυο άδικο.
Το κάλεσμα σε ένα τραπέζι είναι πάντα ένα γεγονός πολύ τιμητικό για τον καλεσμένο. Όποιος μας καλεί σημαίνει ότι μας αγαπά και μας νοιάζεται. Φανερώνει με το κάλεσμα τον "σκοπό" του να μας "πει", με το τραπέζι, που δείχνει φροντίδα και φανέρωση καλών αισθημάτων και αγάπης, ότι μας έχει πολύτιμους και αγαπητούς του. Γύρω από το τραπέζι "στήνονται" οι ανθρώπινες σχέσεις. Αποχτιέται ο αδελφικός σύνδεσμος. Αναγνωρίζεται ο αγώνας του πατέρα να το έχει γεμάτο. Γεμίζουν οι καρδιές με την ζεστασιά της αίσθησης φροντίδας και αγάπης εκ μέρους του καλέσαντος.
Σε ένα τραπέζι τέτοιας ποιότητας και περιεχομένων μας καλεί ο Χριστός, εν όψει της γέννησής Του, κάθε χρόνο. (Ευαγγέλιο Λουκά, κεφ. 14 στιχ. 16-24).
Μας λέει στο παραπάνω κομμάτι του Ευαγγελίου, ότι ετοίμασε ένα δείπνο μυστικό! Δηλαδή ένα δείπνο στο οποίο τα παρατιθέμενα, δεν είναι απλώς αυτά που φαίνονται. Σ’ αυτό το δείπνο πίσω απ´ ό,τι βλέπουμε υπάρχει ένας ολόκληρος θησαυρός και ένας κόσμος που θα μας... πλουτίσει. Ότι πρέπει και εμείς να μη μείνουμε στα φαινόμενα. Ότι για να μπορούμε να αξιολογήσουμε σωστά το χωράφι που αγοράσαμε και την επένδυση που κάναμε και ακόμα περισσότερο την οικογενειακή μας ποιότητα και κατάσταση, θα πρέπει να έχουμε "γευθε" αυτού του Δείπνου η συμμετοχή στο οποίο, μας δίνει αξία φως και κριτήρια να καταλαβαίνουμε την αξία των πραγμάτων γύρω μας. Μας λέει ο Χριστός, ότι αν τα δούμε μονόπλευρα (μόνον ως μεγέθη υλικά), τότε θα χάσουν την αξία τους. Ότι αν δεν μετάσχουμε στο Δείπνο, σε καμιά σχέση δεν μπορούμε να δοθούμε. Ότι τέλος πάντων, όντως ο άνθρωπος γίνεται ό,τι τρώει!
Σ' αυτό το δείπνο το μυστικό ο Χριστός «...Ατός αυτόν προετίθη...»! (Ο ίδιος προσέφερε τον εαυτό Του). Όντως προσέφερε τον εαυτό Του βρώμα-τροφή για τους καλεσμένους Του. Η μετοχή και πρόσληψη του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, μας συσσωματώνει με τον Χριστό και μας κάνει αυτό για το οποίο μας δημιούργησε ο Χριστός. Θεούς κατά χάριν. Ο Χριστός στην δημιουργία του ανθρώπου δεν «έπαιζε» με πλαστελίνες (!), αλλά πολλαπλασίαζε τον "εαυτό" του, δίνοντας την δυνατότητα στους αγαπημένους του για μια πληρότητα χαράς, αυξανόμενης αενάως...!!
Σ´ αυτό το δείπνο το μυστικό η λήψη του Σώματος και του Αίματος του Χριστού μάς κάνει να καταλαβαίνουμε την ενσάρκωσή Του, την ταπείνωσή Του, και μας βοηθούν να γνωρίζουμε Αυτόν τον Θεό, τον "φίλο" των ανθρώπων [των πτωχών, των αναπήρων, των κουτσών, των τυφλών, (κατά τον ψυχικό κόσμο όλα αυτά, όχι για τα βιολογικά δεδομένα), όλων γενικώς δηλαδή των ανθρώπων] και τον τρόπο σύνδεσης μαζί μας.
Κάθε Κυριακή αυτό το Δείπνο "ελέγχει" τις αξιολογικές μας προτεραιότητες. Φανερώνει τον προσανατολισμό της καρδιάς μας. Μας δίνει την δυνατότητα διόρθωσης, αν μέχρι την Κυριακή που μας πέρασε, χωράφια, χρήματα ή και σοβαρές οικογενειακές μας δεσμεύσεις, μάς... "εμπόδισαν" την μετοχή!
Κάθε Κυριακή Αυτός μάς περιμένει στέλνοντας μας... "κάλεσμα" για το δείπνο και βεβαιώνοντάς μας, ότι αυτό το κάλεσμα δεν είναι δικαίωμα αλλά δυνατότητα. Ότι κάποιοι ατυχώς, παρ´ ότι καλεσμένοι, δεν θα γευθούν το Δείπνο...
Εμείς συγκεντρωμένοι με τους αδελφούς μας, γεμάτοι με την ίδια πίστη, εμψυχωμένοι από αυτό το μυστήριο της αγάπης, υλοποιώντας αυτή τη ζωντανή διαδικασία, θα τρώμε αυτό το Δείπνο για να γίνουμε ένα σώμα με τον Χριστό και να πάρουμε από Αυτόν ζωή, αγάπη, δύναμη να συνεχίσουμε τον δρόμο μας δίπλα στους αδελφούς μας. Έχοντας "γίνει" αυτό που τρώμε και φανερώνοντας, ότι η χριστιανική ζωή δεν σταματάει στις πόρτες της Εκκλησίας, αλλά το δείπνο στο οποίο μεταλάβαμε μάς ανοίγει μια ζωή αδελφικότητας, προσφοράς, αλληλεγγύης...
Στον προφήτη Ηλία η προσφορά της τροφής από τον Θεό, του έδωσε την δυνατότητα να πορεύεται «ν τ σχύει τς βρώσεως κείνης» σαράντα μέρες και νύχτες για να συναντήσει τον Χριστό στο Σινά.
Σ’ εμάς η τροφή του τραπεζιού που είμαστε καλεσμένοι θα μας δώσει και την δυνατότητα να πορευόμαστε ν μέσ ακόμα καί σκις θανάτου, έχοντες όχι «Σκέψεις για τον θάνατο και την αθανασία» αλλά γεύση και γνώση του Χριστού που είναι φάρμακο αθανασίας «ντίδοτο το μή ποθανεν».
 Με αγάπη και ευχές
ο εφημέριός σας,
π. Θεοδόσιος
ΠΗΓΗ:enoriako.info

Σάββατο 2 Ιουλίου 2016




        Η ισχυρή πίστη μετριάζει την ένταση των προβλημάτων.  Σ’ αυτές τις σπάνιες στιγμές που κάποιος μέσα από την πίστη καταφέρνει να φτάσει στο Θεό, δεν υπάρχουν προβλήματα επειδή ο Θεός δεν αποτελεί τμήμα αυτού του κόσμου.  Αυτές τις στιγμές, ο ίδιος ο κόσμος γίνεται ζωή εν  Αυτώ, συνάντηση μαζί Του, επαφή μαζί Του.  Ο κόσμος δεν γίνεται Θεός, αλλά ζωή με τον Θεό, χαρμόσυνη και πλήρης.  Αυτή τη σωτηρία προσφέρει στον κόσμο ο Θεός.  Εκπληρώνεται κάθε φορά που πιστεύουμε. Η Εκκλησία δεν είναι θρησκευτικό ίδρυμα, αλλά η παρουσία μέσα στον κόσμο ενός κόσμου που έχει σωθεί.  Πολύ συχνά όμως η  Εκκλησία εμπλέκεται σε προβλήματα που όχι μόνο είναι ανύπαρκτα στην πίστη αλλά και βλαβερά.  «Πνευματικότητα», «εκκλησιαστικότητα» - επικίνδυνες και αμφίβολες έννοιες.  Πολύ συχνά, οι άνθρωποι που γνωρίζω πώς αναζητούν την πνευματικότητα, είναι στενόμυαλοι, αδιάλλακτοι, ανιαροί, άχαροι, και αρκετά συχνά κατηγορούν άλλους πώς δεν είναι αρκετά πνευματικοί.  Οι  ίδιοι αποτελούν συχνά κέντρο της συνείδησής τους, και όχι ο Χριστός, το Ευαγγέλιο ή ο Θεός.  Κανείς δεν ανθίζει κοντά τους’ ακριβώς το αντίθετο μαραζώνει.  Υπερηφάνεια, εγωκεντρισμός, αυτοικανοποίηση και στενομυαλιά.  Αλλά τότε, τι χρειάζεται η πνευματικότητα ; Θα μπορούσε κάποιος να μου πει πώς αυτή δεν είναι η γνήσια πνευματικότητα, αλλά μια ψευδοπνευματικότητα.  Που να βρεθεί όμως η αληθινή πνευματικότητα ; - Ίσως στην έρημο ή σε απομονωμένα μοναστικά κελλιά. Όμως η πνευματικότητα, που   ανευρίσκεται στην Εκκλησία, με τρομάζει κάπως.  Δεν υπάρχει τίποτε χειρότερο από μια επαγγελματική θρησκευτικότητα.  Όλο αυτό το «ξεκούκισμα» του κομποσχοινιού στη διάρκεια ενός εκκλησιαστικού κουτσομπολιού, το όλο στυλ των στεναγμών και των χαμηλωμένων ματιών, μου φαίνονται πολύ συχνά κάτι το φοβερά  επίπλαστο.
. . .    Η παρουσία μας στην  Εκκλησία πρέπει να είναι απελευθερωτική.  Αλλά με τον σύγχρονο ρυθμό της Εκκλησίας, η εκκλησιαστική ζωή δεν απελευθερώνει, αλλά περιορίζει, υποδουλώνει, και αδυνατίζει τον άνθρωπο.. . . Αντί να διδάσκουμε τους ανθρώπους να κοιτάζουν τον κόσμο μέσα από την όραση της Εκκλησίας, αντί να μεταμορφώνουμε την εικόνα που έχει ο άνθρωπος για τον εαυτό του και τη ζωή του, αισθανόμαστε υποχρεωμένοι – για να είμαστε «πνευματικοί» -να ντυθούμε μ’ έναν απρόσωπο, λερωμένο  «χιτώνα ευσέβειας».  Ο άνθρωπος, αντί να γνωρίζει τουλάχιστον πώς υπάρχει χαρά, φώς, νόημα, αιωνιότητα, εκνευρίζεται, γίνεται στενόμυαλος, αδιάλλακτος και συχνά απλώς μικρόψυχος.  Ούτε καν μετανοεί γι αυτό, επειδή όλα προέρχονται από την «εκκλησιαστικότητα»,  ενώ το νόημα της πίστης συνίσταται μόνο στην πλήρωση της ζωής με φώς, στην αναφορά της στον Θεό, στη μεταμόρφωση της ζωής σε σχέση με τον Θεό.
Alexander Schmemann, The Journals of Father Alexander Schmemann 1973-1983, ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 1973-1983 εκδ. Ακρίτας