Κυριακή 14 Ιουνίου 2015



      
ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ, ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΑ, Ιούλιος 2000
         
Η
γιορτή (feast) αδύνατο να γίνει δίχως τη νηστεία (fast), και η νηστεία είναι ακριβώς η μετάνοια και ο γυρισμός, η σωτήρια εμπειρία της πίκρας και της εξορίας.  Η Εκκλησία είναι το δώρο της Βασιλείας – ωστόσο το ίδιο αυτό δώρο είναι που φανερώνει ταυτόχρονα την απουσία μας από την Βασιλεία, την αποξένωσή μας από τον Θεό.  Η μετάνοια ειναι αυτή που μας οδηγάει πάλι και πάλι στη χαρά του Πασχαλινού συμποσίου, όμως η χαρά αυτή φανερώνει την αμαρτωλότητά μας και μας μπάζει σε κρίση.
        Το μυστήριο της Μετάνοιας δεν είναι λοιπόν, μιά ιερή νομική «εξουσία» παραχωρημένη από το Θεό στούς ανθρώπους.  Αλλά είναι η εξουσία του Βαφτίσματος καθώς αυτό ζεί μέσα στην Εκκλησία.  Το μυστηριακό χαρακτήρα τ ον λαβαίνει από το Βάφτισμα.  Στο Χριστό τα αμαρτήματα όλα συχωρέθηκαν μιά γιά πάντα, γιατί ο Ίδιος Εκείνος είναι η συχώρεση των αμαρτημάτων και καμιά «καινούργια» άφεση δε χρειάζεται.  Όμως αληθινά για μας που αδιάκοπα αφήνομε το Χριστό καί αφορίζομε (excommunicate)  τον εαυτό μας από τη Ζωή Του, χρειάζεται να ξαναγυρνάμε σε Εκείνον και να δεχόμαστε πάλι και πάλι το δώρο πού μέσα σε Εκείνον κάποτε προσφέρθηκε μιά γιά πάντα.  Και η άφεση είναι το σημάδι πώς πραγματοποιήθηκε ο γυρισμός αυτός.  Και όπως η Ευχαριστία δεν είναι μιά «επανάληψη», αλλά είναι το ανέβασμά μας, το δέξιμό μας στο ίδιο αιώνιο συμπόσιο – έτσι και το μυστήριο της μετάνοιας δεν είναι μιά επανάληψη του Βαφτίσματος, αλλά ο γυρισμός μας στην «καινότητα της ζωής» που ο Θεός μας πρόσφερε κάποτε μιά για πάντα.
Alexander Schmemann, “For the Life and the World “- «Γιά να Ζήσει ο Κόσμος» εκδ. Ακρίτας

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2015



        Η κοσμικότητα είναι μιά θρησκεία επειδή έχει τη δικιά της πίστη, τη δικιά της εσχατολογία και τη δικιά της ηθική.  Και «έχει πέραση» και «βοηθάει».  Αν η «βοήθεια» ήταν το κριτήριο, θα έπρεπε κανένας να παραδεχτεί με απόλυτη ειλικρίνεια πώς η ζωοκεντρική κοσμικότητα πραγματικά βοηθάει περισσότερο από τη θρησκεία.  Η θρησκεία για να συναγωνιστεί μαζί της έχει ανάγκη να παρουσιάζεται ως «προσαρμογή στη ζωή», ως «συβουλάτορας», ως «πλουτισμός», να διαφημίζεται στούς υπόγειους σιδηροδρόμους και στα λεωφορεία ως ένα αξιόλογο συμπλήρωμα στην «Τράπεζά σου» και σε όλα τα άλλα «καταστήματα» που σε εξυπηρετούν : δοκίμασέ τη, βοηθάει !  Και η θρησκευτική επιτυχία της κοσμικότητας είναι τόσο μεγάλη, ώστε κάνει μερικούς χριστιανούς θεολόγος να «παραιτηθούν» από την κατηγορία του «υπερβατικού»  ή, με πολύ απλούστερα λόγια, από την ίδια την ιδέα του «Θεού».  Αυτό είναι το τίμημα πού χρειάζεται να πληρώσομε, αν θέλομε να μας «κατανοήσει» και να μας «παραδεχτεί» ο Σύγχρονος Άνθρωπος – κηρύχνουν οι Γνωστικοί του 20ού αιώνα.
        Και στο σημείο τούτο φτάνομε στην καρδιά του προβλήματος.  Για το Χριστιανισμό το κριτήριο δεν είναι η βοήθεια. Το κριτήριο είναι η Αλήθεια.  Σκοπός του Χριστιανισμού δεν είναι να βοηθήσει τον κόσμο ή τούς ανθρώπους συμφιλιώνοντάς τους με το θάνατο, αλλά να αποκαλύψει την  Αλήθεια για τη Ζωή και το θάνατο, ώστε με την Αλήθεια αυτή να μπορέσει ο κόσμος να σωθεί.  Η σωτηρία ωστόσο δεν είναι μονάχα διαφορετική από τη βοήθεια, αλλά στην πραγματικότητα είναι αντίθετη.  Ο Χριστιανισμός τα βάζει με τη θρησκεία και με την κοσμικότητα, όχι επειδή παρέχουν «ανεπαρκή βοήθεια», αλλά επειδή ακριβώς «αρκούν», επειδή «ικανοποιούν» τις ανάγκες των ανθρώπων.  Αν σκοπός του Χριστιανισμού ήταν να βγάλει από τον άνθρωπο το φόβο του θανάτου, να τον συμφιλΙώσει με το θάνατο, δε θα χρειαζόμαστε το Χριστιανσμό, γιατί κάθε θρησκεία μπορεί να πεί κανένας πως το έκανε αυτό καλύτερα από το Χρισταινισμό.  Και με την κοσμικότητα πλησιάζομε σήμερα στη δημιουργία ενός ανθρώπου πού δε θα ζεί μονάχα, αλλά και πού θα πεθαΊνει χαρούμενα και συνεταιρικά (corporately) για το θρίαμβο του Σκοπού, οποιοσδήποτε και αν είναι αυτός.
         Ο Χριστιανισμός δεν είναι συμφιλίωση με το θάνατο.  Είναι αποκάλυψη του θανάτου. Και ο Χριστιανισμός είναι αποκάλυψη του θανάτου, επειδή είναι αποκάλυψη της Ζωής.  Η Ζωή αυτή είναι ο Χριστός.  Μονάχα αν ο Χριστός είναι η Ζωή, ο θάνατος γίνεται τότε αυτό που ο Χριστιανισμός διακηρύχνει πώς είναι ο Εχθρός πού χρειάζεται να βγάλομε από τη μέση, και όχι ένα «μυστήριο» πού χρειάζεται να το εξηγήσομε.
Alexander Schmemann. For the Life and the World. “Για να ζήσει ο κόσμος» εκδ. Ακρίτας

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2015



        Το αμάρτημα των αμαρτημάτων – το αληθινά «προπατορικό αμάρτημα» - δεν είναι η παράβαση των κανόνων, αλλά πρώτα από όλα το λοξοδρόμημα της αγάπης του ανθρώπου και το αποξένωμά του από το Θεό.  Το πώς ο άνθρωπος προτίμησε κάτι άλλο – τον κόσμο, τον εαυτό του – από το Θεό , αυτό είναι το μοναδικό πραγματικό αμάρτημα μέσα στο οποίο όλα τα άλλα αμαρτήματα καταντούν φυσικά και αναπότρεπτα.  Γιατί αυτό καταστρέφει την αληθινή ζωή του ανθρώπου.  Ξεστρατίζει τη ζωή από το μοναδικό νόημα και την κατεύθυνσή της .  Και το αμάρτημα  αυτό – το αληθινά προπατορικό – βρίσκει στο Χρστό συγχώρεση, όχι επειδή ο Θεός το «λησόνησε» πιά τώρα και δεν του δίνει προσοχή, αλλά επειδή στό Χριστό ο άνθρωπος γύρισε πίσω στό Θεό, και γύρισε πίσω στο Θεό επειδή Τον αγάπησε και βρήκε σε Εκείνον το μοναδικό αληθινό αντικείμενο της αγάπης και της ζωής.  Και ο Θεός δέχτηκε τον άνθρωπο και –στο Χριστό – τον συμφιλίωσε με τον εαυτό Του.  Μετάνοια είναι, λοιπόν, τό γύρισμα της αγάπης μας, της ζωής μας στο Θεό, και το γύρισμα αυτό γίνεται δυνατό ή πραγματοποιήσιμο στο Χριστό, επειδή Εκείνος μας αποκαλύπτει την αληθινή Ζωή και μας κάνει να νιώσομε την εξορία και την καταδίκη μας.  Να πιστεύομε στο Χριστό  θα πεί να μετανοούμε – να αλλάζομε ριζικά το «νού», δηλαδή τη νοοτροπία της ζωής μας, να την αντικρίζομε ως αμάρτημα και ως θάνατο.  Και να πιστεύομε σε Εκείνον  θα πεί να δεχόμαστε τη χαρμόσυνη αποκάλυψη πώς σε Εκείνον μας δόθηκε η συγχώρεση και η συμφιλίωση.  Στο Βάφτισμα βρίσκουν την πλήρωσή τους και η μετάνοια και η συγχώρεση.  Στο Βάφτισμα ο άνθρωπος θέλει να πεθάνει ως αμαρτωλός και ο θάνατος αυτός έρχεται.  Και στο Βάφτισμα ο άνθρωπος θέλει την καινότητα της ζωής ως συγχώρεση και η συγχώρεση έρχεται.
        Και όμως το αμάρτημα ολοένα μένει μέσα μας και ολοένα ξεμακρένομε από την καινούργια ζωή πού μας δόθηκε. Ο αγώνας  του νέου Αδάμ  καταπάνω στον παλαιό Αδάμ  είναι αγώνας πολύ μακρύς και πολύμοχθος, και πόση απλοϊκότητα δε δείχνουν μερικοί  με το να νομίζουν αστόχαστα και απλουστευτικα πως η «σωτηρία» που δοκιμάζουν σε αναγεννήσεις και «αποφάσεις για το Χριστό» και που καταλήγει στην ηθική ευθύτητα, στην εγκράτεια και στη θέρμη της φιλανθρωπίας, η σωτηρία αυτή είνα η σωτηρία ολόκληρη, είναι αυτό  που ο Θεός είχε στο νού Του όταν έδωσε τόν Υιό Του για να ζήσει ο κόσμος – υπέρ της του κόσμου ζωής.  Η μόνη αληθινή πίκρα είναι η «πίκρα να μην είσαι άγιος», και πόσες φορές οι «ηθικοί» Χριστιανοί είναι αυτοί που ποτέ δεν αισθάνονται, ποτέ δεν δοκιμάζουν αυτή την πίκρα, επειδή η δικιά τους «εμπειρία  της σωτηρίας», το αίσθημα πως είναι «σωσμένοι»,τούς γεμίζει με αυτοϊκανοποίηση.  Και όποιος «ικανοποιήθηκε» έχει λάβει κιόλας την ανταμοιβή του και δε γίνεται να πεινάει και να διψάει για εκείνη την ολοκληρωτική μεταβολή και τη μεταμόρφωση της ζωής που μονάχη γεννάει τους «Αγίους».  

Alexander Schmemann, For the Life and the World.
"ΓΙΑ ΝΑ ΖΗΣΕΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ"  εκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ

 

Σάββατο 23 Μαΐου 2015



        Όμως αγνοείτε όσοι εβαπτίσθημεν εις Χριστόν Ιησούν, εις τον θάνατον αυτού εβαπτίσθημεν ;(Ρωμ.5,3). Το Βάπτισμα – δώρο της καινότητας της ζωής – αναγγέλεται ως ομοίωμα του θανάτου.  Γιατί ; Γιατί η καινούργια ζωή, που ο Χριστός δίνει σε όσους πιστεύουν σε Εκείνον, φεγγοβόλησε από τον τάφο.  Γιατί τούτος ο κόσμος  απόδιωξε το Χριστό, αρνήθηκε να δεί σε Εκείνον την ίδια τη ζωή του και την πλήρωσή του.  Και αφού δεν έχει άλλη ζωή από το Χριστό, ο κόσμος καταδίκασε τον εαυτό του σε θάνατο.  Η μοναδική απώτερη πραγματικότητα του κόσμου είναι ο θάνατος, και καμιά από τις κοσμικές εσχατολογίες, στίς οποίες ακόμα οι άνθρωποι στηρίζουν τις ελπίδες τους, δεν έχει αντιτάξει το παραμικρό στην απλή  διατύπωση του Tolstoy : «και ύστερα από μιά ανόητη ζωή θα ακολουθήσει ένας ανόητος θάνατος» . . . Αλλά ο Χριστιανός είναι ακριβώς εκείνος που ξέρει πώς η αληθινή    παραγματικότητα του κόσμου – αυτού του κόσμου, αυτής της δικιάς μας ζωής, όχι κανενός μυστηριακού «άλλου» κόσμου – βρίσκεται στί Χριστό.  Ο Χριστιανός μάλλον ξέρει πώς αυτή η πραγματικότητα είναι ο Χριστός.  Στην αυτάρκειά του ο κόσμος και όλα όσα υπάρχουν μέσα στον κόσμο δεν έχουν νόημα.  Και όσο ζούμε σύμφωνα με τον τρόπο αυτού του κόσμου, όσο με άλλα λόγια κάνομε τη ζωή μας αυτοσκοπό, κανένα νόημα και κανένα τέρμα δεν μπορούν να ορθοποδήσουν, γιατί αφανίζονται με το θάνατο.  Μονάχα σαν παρατήσομε λεύτερα, ολοκληρωτικά, δίχως όρους, την αυτάρκεια της ζωής μας και αποθέσομε ολόκληρο το νόημά της στο Χριστό, μας παρέχεται η «καινότητα της ζωής» - που σημαίνει καινούργια κατοχή του κόσμου ή απόχτηση του κόσμου από την αρχή.  Ο κόσμος τότε γιίνεται αληθινά το μυστήριο της παρουσίας του Χριστού, το μεγάλωμα της Βασιλείας  και της αιώνιας ζωής.  Γιατί ο Χριστός εγερθείς  εκ νεκρών ουκέτι αποθνήσκει, θάνατος  Αυτού ουκέτι κυριεύει.  Έτσι το Βάφτισμα είναι  ο θάνατος της εγωπάθειας και της αυτάρκειας, και είναι το ομοίωμα του θανάτου του Χριστού, επειδή ο θάνατος του Χριστού είναι τούτη η δίχως όρους παράδοση.  Και καθώς ο θάνατος του Χριστού «πάτησε χάμω το θάνατο», επειδή με αυτόν αποκαλύφτηκε το απώτερο νόημα και η δύναμη της ζωής, έτσι και ο θάνατός μας μαζί με Εκείμον μας ενώνει με την καινούργια «ζωή στο Θεό».        
         Καί το νόημα αυτής της καινότητας της ζωής φανερώνεται όταν ντύνομε αμέσως ύστερα από το Βάφτισμα το νεοφότιστο με ένα άσπρο ρούχο.  Είναι το ρούχο ενός Βασιλιά.  Ο άνθρωπος είναι και πάλι βασιλιάς της δημιουργίας.  Ο κόσμος είναι και πάλι η ζωή του, όχι ο θάνατός του, γιατί ξέρει τι να πράξει με τον κόσμο.  Ο άνθρωπος βρίσκεται και πάλι αποκαταστημένος μέσα στη χαρά και στη δύναμη της αληθινής ανθρώπνης φύσης.
Alexander Schmemann ”For the Life and the World” , National Student Christian Federation, Third printing, June 1964  «ΓΙΑ ΝΑ ΖΗΣΕΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ» εκδ.  ΔΟΜΟΣ Αθήνα 1998